Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Έθιμα της Πρωτοχρονιάς



Το πρωί της παραμονής (31 Δεκεμβρίου) οι νοικοκυρές ζύμωναν και έψηναν  τα "λουκούμια" και τα γλυκά. Τα λουκούμια τα έφτιαχναν με σιταρένιο αλεύρι, λάδι και ζάχαρη.
Στην ουσία ήταν μικρές μπουκίτσες γλυκού ψωμιού. Τα ονόμαζαν λουκούμια γιατί ήταν πολύ μικρά όπως και τα ομώνυμα λουκούμια.
Τα γλυκά που συνήθιζαν να φτιάχνουν οι λημνιές, ήταν οι σαμσάδες[1] (φύλλο γεμισμένο με καβουρντισμένο σουσάμι, καρύδια  σταφίδες κι αμύγδαλα) και οι δίπλες, βουτηγμένες μέσα στο μέλι.
Αφού ετοίμαζαν τα γλυκά και έψηναν και την βασιλόπιτα στην συνέχεια ετοίμαζαν κι έστρωναν το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.
Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι έκρυβαν συνήθως ένα νόμισμα κάτω από το καλό υφαντό τραπεζομάντηλο που έστρωναν την ημέρα εκείνη, για να είναι πλούσια όλη η χρονιά.
Πάνω στο τραπέζι τοποθετούσαν ένα ρόδι(για να είναι όπως το ρόδι γεμάτο το τραπέζι και τ' αμπάρια όλη τη χρονιά), αμύγδαλα, τις πιατέλες με τις δίπλες και τους σαμσάδες, τη βασιλόπιτα, άλλα  γλυκίσματα και φυσικά μέλι για να είναι γλυκιά η χρονιά. 
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν και  οι τηγανίτες .
Το τραπέζι το άφηναν στολισμένο όλη τη μέρα για το βρει έτσι πλούσιο ο καινούργιος χρόνος.
Στο κατώφλι του σπιτιού έβαζαν ένα σίδερο κάτω από ένα χρέμι.
Συνήθως ήταν ένα πέταλο αλόγου, για να το πατήσουν και να είναι σιδερένιοι και να μην αρρωστήσουν  τη νέα χρονιά.
Ανήμερα την πρωτοχρονιά, τα χαράματα, οι γυναίκες πήγαιναν στην κεντρική βρύση του χωριού για να πάρουν το αμίλητο νερό και να αφήσουν την βρύση ανοιχτή, να τρέχει ώστε να τρέχει κι ο πλούτος στο σπιτικό τους.
Πήγαιναν  στη λειτουργία το πρωί κι επιστρέφοντας στο σπίτι, ο νοικοκύρης έσπαγε στο κατώφλι του σπιτιού ένα ρόδι που είχε πάρει μαζί του στην εκκλησία για να λειτουργηθεί και να φέρει την ευλογία στο σπιτικό του.
Όσο πιο πολλοί σπόροι του ροδιού πεταγόντουσαν  τόσο πιο ευνοϊκή και πλούσια θα ήταν η νέα χρονιά. Ύστερα ο νοικοκύρης έμπαινε στο σπιτικό πρώτος για να κάνει ¨"ποδαρικό".
Όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια, έκοβαν τη βασιλόπιτα. Στη συνέχεια τα παιδιά με τα καλαθάκια στο χέρι γύριζαν στα σπίτια του χωριού και έλεγαν τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου
«Πουλ’πουλ[2] και του χρον’
Φέραμ’τουν Αγιου Βασίλ’
Ούλου μάλαμα κι ασήμ’».( Γ.Μέγα,1940)
Η σπιτονοικοκυρά τους καλωσόριζε με την φράση «Καλώς τον πέτ’ναρο « αν ήταν αγόρι κι αν ήταν κορίτσια τους έλεγε  «καλώς τ’ς π’λαδέλλες[3]».Τους κέρναγε από τα γλυκίσματα που είχε φτιάξει και τους γέμιζε τα καλαθάκια με ξερά σύκα, σταφίδες κι  αμύγδαλα.
Το μεσημεριανό γεύμα της πρωτοχρονιάς ήταν ο καπαμάς, δηλαδή βραστό χοιρινό κρέας.
Αν κάποιος επισκέπτης τους επισκεπτόταν την μέρα εκείνη, έφερνε μαζί του και μια πέτρα και την άφηνε έξω από το σπίτι, λέγοντας:«Όπως βαρεί η γη πέτρα, έτσι να βαρεί και τ’αφέντ’ η σακκούλα»
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Έτσι ονομάζεται στη Λήμνο ένα είδος  σπιτικού  μπακλαβά. Τον ονόμαζαν έτσι γιατί έβαζαν μέσα σουσάμι. (=σ’σάμ’)
[2] Με το πουλ’πουλ φωνάζουν οι χωρικοί της κότες. Αυτή την έκφραση συνήθιζαν να λένε και τα μικρά παιδάκια στα κάλαντα για αυτό και η νοικοκυρά τα αποκαλεί στο καλοσώρισμα της, πετεινό.
[3] Πουλαδέλα=μικρό πουλακι

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικα Έθιμα της Λήμνου


Από τις αρχές του Δεκέμβρη οι λημνιές νοικοκυρές ετοίμαζαν και καθάριζαν το σπιτικό τους. Ζύμωναν και το ψωμί για όλο το δωδεκαήμερο[1], πριν έρθουν οι καλικάντζαροι.
Την περίοδο του δωδεκαημέρου την χαρακτήριζαν ως ιδιαίτερη και την πρόσεχαν πολύ. Φρόντιζαν  η φωτιά στο τζάκι[2] να είναι  πάντα αναμμένη και να μη σβήνει ,για να κρατάει ζεστό το νεογέννητο Ιησού.
Στο τζάκι φρόντιζαν να τοποθετήσουν  ένα πολύ μεγάλο ξύλο που με επιμέλεια είχαν διαλέξει από το καλοκαίρι, για να κρατήσει 12 ημέρες.
Αν στη φωτιά κατάφεραν να βάλουν ένα ξύλο από θηλυκό δένδρο(π.χ. αμυγδαλιά) και ένα από αρσενικό(π.χ. κέδρο) αυτό το θεωρούσαν πολύ καλό για την οικογένεια.
Το να βρουν ξύλα στη Λήμνο,  για να τα κάψουν στο τζάκι τα παλαιότερα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο.
Έτσι, όταν κλάδευαν κάποιο δένδρο φύλαγαν τα ξύλα με ιδιαίτερη προσοχή για τις δύσκολες ημέρες του Δωδεκαημέρου.
Τη στάχτη που μάζευαν όλες αυτές τις ημέρες την κρατούσαν και την παραμονή των Φώτων, τη σκόρπιζαν περιμετρικά του σπιτιού για προστασία από το κακό.Ενώ την υπόλοιπη στάχτη, την έριχναν στα χωράφια.
Πίστευαν ότι η στάχτη του Δωδεκάμερου προστάτευε απ' τα ζιζάνια τ' αμπέλια αλλά   και τα σπαρμένα χωράφια  με σιτάρι.
Θεωρούσαν επίσης ότι η στάχτη από τα ξύλα που για δώδεκα ημέρες είχε ζεστάνει τον Ιησού ήταν ευλογημένη και θα τους προστάτευε από κάθε κακό.
Απόφευγαν κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου να λουστούν γιατί τα νερά ήταν μολυσμένα από τους  καλικάτζαρους και τ΄ άλλα ξωτικά.
Λουζόντουσαν στις 5 Ιανουαρίου αφού τα ύδατα είχαν πρωτοαγιαστεί κι ο ιερέας είχε αγιάσει το σπίτι με τον αγιασμό.
Πίστευαν πως ήταν πολύ κακό να αφήσουν ρούχα τους έξω τη νύχτα. Για το λόγο αυτό, πολύ πριν σκοτεινιάσει είχαν μαζέψει  τα ρούχα και τα παπούτσια τους μέσα στο σπίτι.
Απόφευγαν επίσης να γυρίζουν άσκοπα στην εξοχή και  πολύ πριν σκοτεινιάσει είχαν επιστρέψει στο σπιτικό τους.
Την παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά σχημάτιζαν παρέες, άναβαν τα φαναράκια τους και πήγαιναν από γειτονιά σε γειτονιά κι από πόρτα σε πόρτα για να πουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Ένα παιδί κρατούσε ένα καλάθι και μέσα εκεί οι νοικοκυρές άφηναν τα ασημώματα και τα κεράσματα[3].
Χριστούγεννα:Αξημέρωτα κτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησίας και όλοι πήγαιναν στη λειτουργία. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι η νοικοκυρά τους φίλευε κοτόσουπα που είχε από βραδύς ετοιμάσει.
26 Δεκεμβρίου:Το πρωί έσφαζαν το χοίρο σε ανάμνηση της σφαγής των νηπίων από τον Ηρώδη.
Κάθε οικογένεια του χωριού είχε θρέψει για την ημέρα αυτή ένα τουλάχιστον «γουρτζέλ».
Οι φωνές των χοίρων κατά την σφαγή, τους θύμιζαν τις φωνές των νεογέννητων παιδιών κατά τη σφαγή που διέταξε ο Ηρώδης..
Έσφαζαν λοιπόν οι άνδρες το χοίρο κατά παρέες, πρώτα του ενός στην συνέχεια του άλλου, οι γυναίκες τους τηγάνιζαν το συκώτι για τους φιλέψουν, μαζί με άφθονο κρασί.
Το δέρμα του χοίρου το άπλωναν κοντά σε ένα δένδρο σιμά στο σπίτι για να τους προστατεύει.
Πίστευαν ότι το δέρμα του χοίρου λειτουργούσε ως αλεξικέραυνο.
Με το δέρμα αυτό τα παλαιότερα χρόνια έφτιαχναν τα τσερβούλια και τις λαγάρες.
Μετά την σφαγή οι γυναίκες έπαιρναν το κεφάλι το ζεμάτιζαν, στη συνέχεια  το ξύριζαν, το καθάριζαν πολύ καλά, το έπλεναν και  το έβραζαν.
Όταν είχε βράσει και ήταν έτοιμο το σερβίριζαν σε πιάτα μαζί με φέτες  από  λεμόνι, πιπέρι, σκόρδο και το άφηναν να κρυώσει και να πήξει και έτσι έφτιαχναν την πηχτή.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας έκαναν τις αποσορτές.
«Αποσορτή» ή «αποσουρτή» ονόμαζαν ένα μέρος, το μπροστινό από την  κοιλιά και το θώρακα  του χοίρου, το οποίο μετά την σφαγή οι γυναίκες το έπαιρναν και το βράδυ μαζευόταν παρέες και το τηγάνιζαν.
Από την ονομασία του κρέατος αποσορτή ονομάστηκαν κι αυτές οι συνάξεις «αποσορτές».
Για να το διατηρήσουν το υπόλοιπο  κρέας το έκαναν καβουρμά. 
Το έκοβαν σε πολύ μικρά κομματάκια, το τσιγάριζαν και στη συνέχεια το τοποθετούσαν σε ένα κιούπι ή σε ένα ντενεκέ  και από πάνω έβαζαν το λίπος του και έτσι το διατηρούσαν για να περάσουν ολόκληρη την υπόλοιπη χρονιά. «τ’γάνσι καβουρμά μητ’λιγδα» δηλαδή τηγάνισε τον καβουρμά με λίπος χοιρινού, συνήθιζαν να λένε.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

[1]Δωδεκαήμερο ονομάζουν την περίοδο από την παραμονή των Χριστουγέννων  μέχρι και την παραμονή των  Φώτων( δώδεκα ημέρες).
[2] Η φωτιά στο τζάκι έπρεπε να είναι αναμμένη για να εμποδίζει και τους καλικάντζαρους να μπουν στο σπίτι.
[3] Τα ασημώματα ήταν συνήθως δεκάρες και τα κεράσματα ξηροί καρποί(κυρίως ξερά σύκα κι αμύγδαλα) και δίπλες.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Το ρακί της Λήμνου



Τα παλαιότερα χρόνια η διαδικασία της απόσταξης για την παραγωγή ρακί ήταν ένα σπουδαίο γλέντι για τους Λημνιούς, που λάμβανε χώρο στο λακαριό ή ρακαριό, προς τα τέλη του Οκτωβρίου ή στις αρχές του Νοεμβρίου.
Εκεί συγκεντρώνονταν φίλοι και γνωστοί για να ρακοβγάλουν. Η αρχική ονομασία ήταν ρακί. Για αυτό και χρησιμοποιείται το ρήμα "ρακοβγάζω" κι όχι "τσιπουροβγάζω'.
Ο Louis de Launay, ο οποίος επισκέφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα τη Λήμνο, αναφέρει χαρακτηριστικά: «έρχεται κοντά μου, με ένα μπουκάλι ρακί κι ένα ποτήρι και με καλεί να πιω...»
Σήμερα στη Λήμνο έχει επικρατήσει  ο όρος  τσίπουρο Λήμνου  [1].
Μετά το πάτημα των σταφυλιών και την παραγωγή του μούστου, τα στέμφυλα στραγγίζονταν κι έμπαιναν σε δοχεία για να γίνει η ζύμωση.
Όταν έκριναν ότι η ζύμωση ήταν έτοιμη, τότε τα έβαζαν σε  χάλκινο καζάνι.
Από το καζάνι που χρησιμοποιούσαν για τη ρακί ονομάστηκαν κι οι παραγωγοί «ρακοκαζανάδες»  ενώ  η διαδικασία «ρακοκαζάνισμα».
Ο κάθε παραγωγός είχε συνήθως τα μυστικά του, κυρίως σχετικά με τα μυρωδικά που θα χρησιμοποιούσε.
Γιατί μέσα στο καζάνι έβραζαν και ορισμένα μυρωδικά. Το πιο διαδεδομένο κι αγαπητό μυρωδικό ήταν ο σπόρος του γλυκάνισου.
Ιδιαίτερα αρωματικό και καλής ποιότητας στο παρελθόν ήταν το γλυκάνισο της Λήμνου. Το γλυκάνισο  των Καμινίων φημιζόταν για το άρωμα του .
Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι το ούζο της Μυτιλήνης, έγινε πανελλαδικά αγαπητό χάρη στο γλυκάνισο της Λήμνου[1] που αποκλειστικά χρησιμοποιούσαν οι Μυτιληνιοί παραγωγοί.
Αλλά μυρωδικά που χρησιμοποιούσαν ήταν τα κρεμμύδια, τις σταφίδες, το μοσχοκάρυδο, τα μήλα, τα κυδώνια, τα δαμάσκηνα, τα σύκα, τα κούμαρα, τη μαστίχα αλλά και το κριθάρι.
Συνήθως οι παραγωγοί χρησιμοποιούν κοκτέιλ μυρωδικών το οποίο και σε καμιά περίπτωση δεν αποκαλύπτουν.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, τα τοποθετούσαν μέσα στο καζάνι και τα σκέπαζαν με το καπάκι κι άρχιζε το βράσιμο.
Όταν η θερμοκρασία φτάσει στους 70[2] βαθμούς, τότε χαμήλωναν τη φωτιά με τα ξύλα και προσπαθούσαν να την κρατήσουν σταθερή.
Προσπαθούσαν να διατηρήσουν σταθερή τη θερμοκρασία γύρω στους 70 βαθμούς. Το αλκοόλ που παράγεται από το καζάνι, περνά σαν ατμός μέσα από το σωλήνα, το «λουλά».
Οι ατμοί υγροποιούνται και έτσι παράγουν το τσίπουρο. Συνήθως ακολουθούσε διπλή απόσταξη. Το τσίπουρο της πρώτης απόσταξης ήταν πολύ βαρύ και δεύτερης ποιότητας.
Η διαδικασία συνήθως διαρκεί 12 με 14 ώρες. Τα λακαριά στη Λήμνο ήταν λίγα[3] και γι αυτό οι Λημνιοί κανόνιζαν με τη σειρά πότε ήταν ελεύθερο, το λακαριό της περιοχής τους για να μπορέσουν να ρακοβγάλουν.
Οι Λημνιοί αγάπησαν το τσίπουρο κι έμαθαν όχι μόνο να το παρασκευάζουν αλλά και να ξεχωρίζει για την ποιότητα του.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη
***Η φωτογραφία  είναι του Στρατή Σακαλή.


[1] Ρακί ή ρακή ή τσίπουρο  είναι το διάφανο δυνατό αλκοολούχο ποτό. Ανάλογα με την περιοχή επιλέγεται κι ο χαρακτηρισμός του ως ρακί ή τσίπουρο. Επειδή  η Κρήτη έχει ταυτιστεί με το ρακί ,οι υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδος επέλεξαν το όνομα «τσίπουρο». Στην ουσία όμως πρόκειται για ρακί. Για αυτό και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι σύνθετες της λέξης ρακί. π.χ. ρακοβγάζω, ρακοκαζανάδες, ρακοκάζανο,ρακόμελο,ρακαριό κ.α.
[1] Σήμερα  στο τσίπουρο χρησιμοποιείται  γλυκάνισο από την Τουρκία.
[2] Για την παραγωγή του τσίπουρου η επιθυμητή θερμοκρασία είναι γύρω στους 45 βαθμούς.
[3] Οι άδειες για τη λειτουργία των λακαριών δόθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αρχικά οι πρώτες άδειες είχαν δοθεί στην Κρήτη. Οι άδειες πολλαπλασιάστηκαν στα 1929.Λόγω  των ισχυρών βροχοπτώσεων, η παραγωγή της σταφίδας δεν μπορούσε να πουληθεί. Με τις άδειες για ρακί, ο Βενιζέλος επιχείρησε να ενισχύσει τα νοικοκυριά των αγροτών και αμπελουργών από τον οικονομικό μαρασμό.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

«Θα πάω στο χωριό μου»


Διάβασα  πρόσφατα ένα άρθρο του Δημήτρη Kαμπουράκη στο protagon.gr  και μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ.
Τίτλος του άρθρου «Θα πάω στο χωριό μου».
Μια έκφραση που όλο και περισσότερο σήμερα ακούμε, να επαναλαμβάνουν φίλοι και γνωστοί αλλά και που εμείς οι ίδιοι ενδόμυχα, επεξεργαζόμαστε συχνά.
Φυσική αντίδραση θα μου πείτε, σε ένα κόσμο που μεταλλάσσεται  και στον οποίο ο σημερινός άνθρωπος προσπαθεί εναγωνίως, να βρει τρόπους, για να διατηρήσει την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και την ελευθερία του.
Αναφέρει ο Δ.Καμπουράκης: «Θα πάω στο χωριό μου. Θα βάλω πατάτες, ντομάτες, μαρούλια, κοτόπουλα, κουνέλια. Θα μαζεύω το λάδι μου. Θα ‘χω το κρασί, το τσίπουρο μου. Εκεί τα πράγματα είναι φτηνά. Κι έπειτα τι να κάνω στην Αθήνα χωρίς δουλειά; Εκεί θα επιβιώσω» και συνεχίζει «Αμ, δεν θα πας. Κι αν πας, θα φύγεις γρήγορα».
Πολλές φορές αναρωτιέμαι κατά πόσο η ανάγκη για επιστροφή στη φύση, στο κάμπο, στο χωράφι, στο κήπο είναι δική μας επιλογή ή αν είναι αποτέλεσμα των έξυπνων παιχνιδιών του facebook και των εμπνευστών των.
Εδώ και μια πενταετία το facebook διοχέτευσε παιχνίδια όπως το  farm town, farm ville κ.α. με σκοπό να μας εθίσει στις αγροτικές εργασίες. 
Εκατομμύρια οι χρήστες παγκοσμίως που σπέρνουν, θερίζουν και πουλούν εικονικά  τα αγαθά τους.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των επιρροών συν το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης και του φόβου που μας προκαλεί,είναι ότι οι περισσότεροι φίλοι μου φέτος το καλοκαίρι «έσπειραν» ντοματιές στα εξοχικά τους κι όσοι δεν είχαν εξοχικά, στις γλάστρες στα μπαλκόνια τους. Ντοματιές έβαλαν ακόμα και στο γκαζόν.
Καθημερινά σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης σχετικές με τη Λήμνο, γίνονται αναφορές παρορμητικών, προβληματισμένων  και ξενιτεμένων Λημνιών, σχετικά με την επιθυμία τους να επιστρέψουν στο νησί για μόνιμη εγκατάσταση.
Μια επιθυμία που ενισχύεται κυρίως, στηριζόμενη  στις καλοκαιρινές ανέμελες στιγμές στο νησί.
Σε ένα νησί που τα τελευταία χρόνια συντήρησε το ντόπιο πληθυσμό στηριζόμενο κυρίως στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και στις αγροτικές συντάξεις.
Αν έλειπαν αυτές πολλοί θα είχαν οδηγηθεί στη φτώχεια και στην ανέχεια.
Eυρωπαϊκές επιδοτήσεις που οδήγησαν τους λημνιούς αγρότες στα καφενεία και εγκατέλειψαν τη γη τους.
Σήμερα δυστυχώς ελάχιστα στρέμματα του νησιού καλλιεργούνται κι αύριο που οι επιδοτήσεις θα σταματήσουν οριστικά, η γη θα μείνει ακαλλιέργητη.
Εύκολη η σκέψη της μετάβασης στο χωριό, η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική.
Γράφει κάποιος Λημνιός στο Facebook:
«Εγώ λείπω 13 χρόνια…το χειμώνα είναι πίκρα. Εγώ θα γυρίσω μόνο σαν τελευταία λύση. Κάθε γιορτές που πάω, ο κόσμος εκεί όλο και χειρότερος….ελπίζω να αλλάξει αυτό κάποια στιγμή αλλά δύσκολο…»!
Το χειμώνα είναι πίκρα. Δυστυχώς όμως η ζωή μας στηρίζεται στους χειμώνες.
Μια παράγραφο από το άρθρο του Δ.Καμπουράκη που μας άρεσε ιδιαίτερα, είναι όταν γράφει:
«Και κάθε βράδυ θα πηγαίνεις στο μοναδικό καφενείο τού χωριού, μόνο που θ’ ανακαλύψεις ότι οι περισσότεροι απ’ τους θαμώνες δεν είναι κάποιοι φιλοσοφημένοι γέροντες με λευκά μαλλιά και σοφές κουβέντες, αλλά κάτι στενοκέφαλοι μπεκρούλιακες με κιτρινισμένα δάκτυλα που λένε όλο τις ίδιες ιστορίες και τσακώνονται συνέχεια μ’ αυτούς που έχουν χωράφι σύνορο…. Και εκεί θ’ ανακαλύψεις πάλι ότι στις φρικτές μέρες μας, που σιγά-σιγά μετατρεπόμαστε σε άνεργους μετανάστες, το «Δόξα-σοι-ο-Θεός-είμαστε-καλά» είναι το ίδιο δύσκολο και στη παγερή Αθήνα και στο μίζερο χωριό σου».
Η μόνη δυστυχώς αλήθεια είναι ότι η μετάβαση από την ευμάρεια των προηγούμενων ετών στη φτώχεια και την ανέχεια θα είναι δύσκολη για όλους τους Έλληνες, είτε βρισκόμαστε στην Αθήνα είτε στη Λήμνο.
Κι όπως σημειώνει ένας χρήστης του διαδικτύου σχετικά με την επιθυμία κάποιων για επιστροφή στο χωριό τους: «Αν ήταν καλύτερα δεν θα… μεγάλωναν οι πόλεις».
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Το σιτάρι με τα λευκά αγάνια που έγινε μαυραγάνι


H Λήμνος από την αρχαιότητα ήταν ένα νησί αυτάρκες.Στο πλούσιο έδαφος της μπορούσαν να αναπτυχτούν σχεδόν όλες οι φυτικές καλλιέργειες. 
Aπό αμπέλια ως σιτηρά κι όσπρια.Εξάλλου ακόμα και την ονομασία της, την οφείλει στην ομηρική λέξη «λήιον» που σήμαινε σπαρμένο χωράφι.
Τον 5ο π.Χ. αιώνα η Λήμνος υπήρξε ο σιτοβολώνας της Αθήνας, ενώ στα βυζαντινά χρόνια θα γίνει ο σιτοβολώνας της Βασιλεύουσας.
Η Λήμνος παλαιότερα καλλιεργούσε μια άλλη ποικιλία σιταριού, το ονομαστό « λήμνο», το οποίο έδινε και το εξαιρετικό «αλεύρι Λήμνου».Πρόκειται για ένα είδος σκληρού σίτου,το οποίο μνημονεύεται από τον Αριστοτέλη.
Δυστυχώς η ποικιλία αυτή έχει σταματήσει πια να καλλιεργείται στη Λήμνο,παρόλο που συνεχίζει να φέρει την επωνυμία «Λήμνου».
Τα τελευταία χρόνια άρχισε να  επανακαλλιεργείται,μια άλλη παλιά προπολεμική ποικιλία,το «μαυραγάνι».
Το μαυραγάνι έφεραν στο νησί, γύρω στα 1930 οι Ιταλοί αρχαιολόγοι, που τα χρόνια εκείνα, έκαναν ανασκαφές στην Ηφαιστεία και στην Πολιόχνη.
Ο σπόρος που έδωσαν οι Ιταλοί στους Λημνιούς,  ήταν το Senatore Cappelli[1], ένας σπόρος σκληρού σίτου,τον οποίο είχαν φέρει στην Ιταλία από την Τυνησία στα 1915, είχε λευκά αγάνια(μουστάκια) και  τον καλλιεργούσαν στη Σικελία.
Ο σπόρος του Senatore Cappelli στη Λήμνο βρήκε το ιδανικό, πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια του.Μόνο που το έδαφος της Λήμνου χρωμάτισε τα αγάνια και τα έκανε από λευκά, μαύρα.
Γι αυτό κι ονομάστηκε «μαυραγάνι».
Πριν από μερικά χρόνια  στο Άγιο Όρος, στη μονή Καρακάλου[2],μέσα σε ένα πιθάρι βρέθηκε παλιός σπόρος από το μαυραγάνι που προπολεμικά καλλιεργούνταν στη Λήμνο.
Έτσι άρχισε η επανακαλλιέργεια του μαυραγανιού κυρίως στην Ανατολική Λήμνο.
Το «Μαυραγάνι Λήμνου» είναι ένα σιτάρι ύψους 1,30 – 1,40, έχει μικρό στάχυ με πολλά μαύρα άγανα και δίνει σε συμβατή καλλιέργεια γύρω στα 250 κιλά το στρέμμα.
Το αλεύρι που παράγεται από το μαυραγάνι, δίνει ένα κίτρινο αλεύρι που μοιάζει με ψιλή σιμιγδάλι.
Το ψωμί που φτιάχνεται με αλεύρι από μαυραγάνι είναι νοστιμότατο.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Ο αρχέγονος σπόρος ήταν ο S.Capelli τον οποίο έφερε στην Ιταλία από την Αφρική στα 1915 ο καθηγητής Tucci.Μετά από σαράντα χρόνια καλλιέργειας του S.Capelli,(1915-1955),στα 1955 δημιουργήθηκε το Capeiti 8.Για αυτό το λόγο, ορισμένοι αποκαλούν το μαυραγάνι της Λήμνου ποικιλία του Capeiti.
[2] Τα μοναστήρια του Αγ.Όρους, σχεδόν μέχρι και τη δεκαετία του 1970, προμηθευόταν  όσα  τρόφιμα  χρειάζονταν για τη διαβίωση τους από τα μετόχια που είχαν  στη Λήμνο.Έτσι βρέθηκε και ο σπόρος στη μονή Καρακάλου.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Ο Κερίμ Αγάς κι η Λήμνος




Ένα δημοτικό τραγούδι,το οποίο συναντάμε μόνο στη Λήμνο, είναι το τραγούδι που αφηγείται την ιστορία του Κερίμ[1] Αγά.
Σύμφωνα με τον ανώνυμο λαικό αοιδό, στα 1669 μ.Χ. ο Κερίμ Αγάς καταδυνάστευσε τους κατοίκους της Λήμνου με τη βαριά φορολογία, που είχε θεσπίσει.

Κερίμ Αγά Παραλλαγή Ι
 «Στα χίλια εξακόσια και στο ’ξηνταεννιά              
το πήρε τ’ αγαλίκι  με την παλικαριά
το Χάρτη, το Ντοβλέτι[2], τα χρόνια δεκαεφτά
Κερίμ Αγά βουλήθει καράβι ν’ αρματώσει
μα έξαφνα τον ήρθε οτ’ δεν θα τα γλιτώσ’
Αυτός ο Χατζή Γιώργης πήγε τα μπουγιουρντιά[3]
 να κατεβεί η αρμάδα από δεξά μεριά
Και τον πασά τον λέει γλυκά το’νε μιλά:
-πε το ψωμί τ’ μη φας, πε τον καφέ τ’ μην πιεις
γιατί θα σε μαγέψει και πίσω θα διαβείς.
Και ο πασάς ρωτούσε, σαν τι λογιός είναι;
-μαύρος είναι στο φως, καμπούρης στο κορμί
και δόντια που δεν είχε[4] να φάγει το ψωμί
Η αρμάδα κατεβαίνει π’ τα όρη, π’ τα βουνά
Κερίμ Αγάς τη βλέπει, πέφτει λιγοθυμά
Η Αϊσέ Καντίν5] τον βρέχει με ξύδια, με νερά
η Αϊλέ Χανούμ τρέχει και τον παρηγορά
-Ας πάνε χίλια γρόσια και εκατό πουγκιά
πάλι αγάδες θα ’σαστε σε τούτο το ραγιά.
Γράφει γραφή, στέλνει γραφή και μπουγιουρντί,
στον Πέτασο να πάει και ’κει ν’ αναγνωθεί
Σαράντα μπακλαβάδες και εκατό πουγκιά,
τα βάζουν και τα στέλνουν πεσκέσι τον Πασά
Και πίσω τα γυρίζουν πουγκιά και μπακλαβά.
Κερίμ Αγάς το νιώνει δεν είν’ καλή δουλειά
Επάνω απ’ το κιόσκι μα ν’ ως κι’ α στο γιαλό
Κερίμ Αγάς γυρίζει σαν πρόβατο λωλό
Μαζεύτηκε τ’ ασκέρι, ούλη η φτωχολογιά
και γέμισε το κάστρο και μέσα τα Τσαρσά
και βγήκαν και φωνάξαν και τσ’ άκ’σαν σαν πουλιά:
-Για πάρε μας αφέντη, για πάρε μας πασά
γιατί χουζούρ’[6] δεν έχουμε πε τούτον τον Ζορμπά
πέντε χρονών τ’ αγόρι χαράτσ’ επαίρνε το
εννιά χρονών κορίτσι, στο πλάι παίρνε το
-Δεν σ’ είπα κύρη Μπέη Χασάν πασά παιδί
ζουλούμια[7] να μην κάνεις σε τούτο το νησί;
-Ψέμα το λεν αφέντη μ’ και μην μπιστεύεσαι
ψέμα το λεν αφέντη μ’, αυτοί ’ναι Καστρινοί[8]
-Αλ’σίδες στα ποδάρια, αλ’σίδες στο λαιμό
και μπουκαγιά[9] στα χέρια να μαρτυρήσ’ το βιό
-Στη σκάλα π’ ανεβαίνει έχ’ έναν κουμπαρά
μ’ αν έχ’ χιλιάδες λίρες, γρόσια και φλουριά
πάρτε τα να τα πάρετε, ντύστε και τα ορφανά[10]
Δεν θέλουν μόν’ τα γρόσια, μαζί και τα φλουριά
θέλουν και το κεφάλι ’ς να πάμε τον πασά
Τ’ Κερίμ Αγά τα γρόσα και (τ’) Ντ(ε)λερή το βιό,
τα πήραν οι φρεγάδες και πάνε για τη Χιό[11]
Κερίμ Αγά Παραλλαγή ΙΙ
Φιργάδα κατιβαίνει στης Λήμνους τα νιρά,
Κιρίμ-αγάς τη βλέπει, πέφτει λιγουθυμά.
Μαζώχτηκαν ου κόσμους κι ούλ’ η φτουχουλουγιά,
δε κλάψαν σαν αηδόνια, μο κλάψαν σαν πουλιά.
-Για πάρι μας, αφέντη, για πάρι μας, πασά,
κι οι μεις ριχάτ’ δεν έχουμ’ ’πι τούτουν του ζουρμπά.
Δέκα χρουνό κουρίτσι στου πλάι παίρνει του,
δέκα χρουνών αγόρι χαράτσι παίρνει του.
-Δε σ’ είπα, βρε ζαμπίτι, δε σ’ είπα βρε ζουρμπά,
χαράτσι να μην παίρνεις δέκα χρουνών πιδιά;
Κι συ πας κι του παίρνεις χαράτσα διπλουτά,
αλ’ σίδα στα πουδάρια κι αλ’ σίδα στου λιμό.
Στη σφίδα ’νι τα γρόσα, στου κιούπι τα φλουριά,
για πάριτι κι αφήτι κι τ’ αρφανά πιδιά.
Κι αφήτι μι να ζήσου ακόμα μια χρουνιά,
να πάγου στην αγάπ’ μ’ κι δε τη γλέπου πλια.
Ο Κερίμ ή Κιρίμ Αγά, ήταν ο Τούρκος διοικητής της Λήμνου σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι.Τυραννούσε τους Λημνιούς, με τους ασήκωτους φόρους που είχε καθιερώσει  και γενικότερα με τις αυθαιρεσίες του.
Όταν ο Σουλτάνος έμαθε για τις αυθαιρεσίες του Κερίμ, έστειλε με πλοίο φρουρά, με σκοπό,   να συλλάβει τον Κερίμ και να το μεταφέρει στη Τουρκία για να δικαστεί.
Ο Κερίμ σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι της Λήμνου άκουσε τη συμβουλή της συζύγου του κι επιχείρησε, να  εξαγοράσει τη φρουρά,  πληρώνοντας τους με λίρες, γρόσια και φλουριά.
Τον πλούτο του ο Κερίμ τον έκρυβε  μέσα σε κιούπια και σφίνες.
Ο πασάς[12] όμως αρνήθηκε το παρά του Κερίμ κι άκουσε το λαό της Λήμνου, ο οποίος τον ενημέρωσε για την βαριά φορολογία.
Αναφέρεται ότι κεφαλικό φόρο πλήρωναν ακόμα και τα ανήλικα παιδιά. 
Έτσι ο πασάς συνέλαβε τον Κερίμ και τον οδήγησε στη Τουρκία, για να τον τιμωρήσει ο Σουλτάνος.
Ο λαός της Λήμνου με το τραγούδι αυτό εκφράζει την ικανοποίηση του για την ηθική του δικαίωση.
Δεν γνωρίζουμε αν το πραγματικό όνομα του κακοδιαχειριστή Αγά ήταν πράγματι Κερίμ ή κάποιο άλλο.
Ιστορικά έχουμε πληροφορίες ότι γύρω στα 1700 ντερεμπέης της Σαμψούντας είναι ο Κερίμ αγάς.Θεωρήθηκε ένας από τους πιο σκληρούς και βάναυσους Τούρκους, ο οποίος επιχείρησε βίαια να αλλαξοπιστήσει τους Χρστιανούς.
Η λαική μούσα της Λήμνου πιθανότατα να ταύτησε αυτά τα δυο πρόσωπα για να τονίσει, μέσα από την ποιητική υπερβολή, τους αβάσταχους φόρους και τη φτώχεια  που πέρασαν οι Λήμνιοι κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.

Ευαγγελία Χ.Λιάπη

[1]Κερίμ στα τουρκικά σημαίνει ένδοξος,λαμπρόςς,γενναιόδωρος. Σε άλλες παραλλαγές αποκαλείται  Γκερίμ, ή Τσερίμ.
[2] Εννοεί  την Κυβέρνηση.
[3] Σημαίνει τις διαταγές, τα χαρτιά, τις εντολές ή οδηγίες.
[4] Σε άλλη παραλλαγή αναφέρεται «που δεν έχει».
[5] Στην τουρκική γλώσσα «καντίν» σημαίνει σύζυγος,γυναίκα.
[6]Σημαίνει ανάπαυση, ηρεμία.
[7] Εννοεί τις απάνθρωπες πράξεις.
[8] Η Μύρινα παλαιότερα ονομαζόταν Κάστρο,εξού και οι κάτοικοι Καστρινοί.
[9] Σε μια άλλη παραλλαγή αναφέρεται η λέξη «χειροπέδες».
[10]Ή  «πάρτε και δαύτα πάρτε τα και ’φήστε και τ’ ορφανά».
[11] ή «τ’ Κερίμ Αγά τα γρόσα και τον Κερίμ αγά μαζί και τ’ Ντελερή το βιό, τα παίρναν οι φρεγάδες και πάνε για τη Χιό
[12] Ο αρχηγός της φρουράς που πήγε να συλλάβει τον Κερίμ.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Τα Θέρμα



Στην περιφέρεια του χωριού Κορνού της Λήμνου, βρίσκονται οι ιαματικές θερμές πηγές, γνωστές ως «Θέρμα».
Ο Χασάν Χατζή Τσεζάερλη,αμέσως μετά τα Ορλωφικά, έλαβε από το Σουλτάνο τον τίτλο του Γαζή και διοικητή της Λήμνου κι έγινε Καπετάν Πασάς[1].
Επειδή όμως ο Χασάν Χατζή Τσεζάερλη ευθυνόταν για τον απαγχονισμό του μητροπολίτη Λήμνου, του Ιωακείμ του Χίου και το θάνατο των 300 προκρίτων, από τύψεις προς τους φιλήσυχους λημνιούς, έφτιαξε μια σειρά από δημόσια έργα.
Το πιο γνωστό από τα έργα που έκανε ο Χασάν Χατζή Τσεζάερλη, ήταν τα «Θέρμα[2]» ή αλλοιώς «θερμαί πηγαί[3] του Ηφαίστου», όπως θα μετονομαστούν στη συνέχεια, στην ομώνυμη τοποθεσία λίγο έξω από το Κορνό.
Η κρήνη χτίστηκε με δωρεά του Χασάν Χατζή Τσεζάερλη στα 1783 σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή.
«Με δυο στίχους καθαρούς και με στοιχεία άστικτα  σαν τον ήλιο…ηξιώθης να δημιουργήσεις την ιστορία σου. Αι θερμαί πηγαί της Λήμνου με το ύδωρ των εχάρισαν ίασιν και υγείαν εις τον αιώνα μας. Ο νικητής και Θριαμβευτής του Αιγαίου Πελάγους Ναύαρχος Χασάν Πασάς εγράφη εν έτει 1195(1783 μ.Χ.»)
Στην περιοχή του Κορνού ζούσαν στα 1770 πλούσιοι Τούρκοι γαιοκτήμονες  οι οποίοι μετά τη δωρεά του Χασάν Χατζή Τσεζάερλη, επιστατούσαν και εκμεταλλεύονταν τα χαμάμ και τα ιαματικά νερά.
Οι Τούρκοι ανακαίνισαν το χαμάμ το 1839.Οι Οθωμανοί αποκαλούσαν τα Θέρμα, Lidja (=Λίτζα).
Αναφέρει ο Louis De Launay στο έργο του «Chez les Grecs de Turquie», που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1897 για τις θερμές πηγές του Κορνού.
«Πρόκειται για το χείλος ενός μεγάλου γεωλογικού ρήγματος στο έδαφος, από το οποίο βγαίνει στο φως της ημέρας η σπουδαία θερμή πηγή Λίτζα, όπου άλλοτε, σύμφωνα με το θρύλο, ο Ήφαιστος ήρθε να θεραπεύσει τους μώλωπες που υπέστη πέφτοντας από τον ουρανό. Σήμερα, στο μικρό κτίσμα που βρίσκεται εκεί, άντρες και γυναίκες, όπως σε όλα τα τουρκικά λουτρά, έρχονται σε διαφορετικές ημέρες. Την ημέρα των γυναικών είναι αρκετά διασκεδαστικό να βλέπεις να έρχονται, πάνω στα λευκά τους γαϊδουράκια που οδηγούν οι αγωγιάτες, κυρίες Τουρκάλες, που η ενδυμασία τους σε κάνει να αναπολείς τις ευγενείς πυργοδέσποινες του Μεσαίωνα. Φορούν ένα μακρύ φόρεμα που κυματίζει και πάνω στο λευκό κάλυμμα της κεφαλής που περιβάλλει το πρόσωπο (ακάλυπτο, εκτός από το στόμα), έχουν μια φαρδιά κορδέλα πράσινη ή κόκκινη, τυλιγμένη στο μέτωπο, που μοιάζει με διάδημα».
Η κρήνη ανακατασκευάστηκε στα 1908 με δαπάνη του αιγυπτιώτη Δημητρίου Χάμου σύμφωνα με τη μαρμάρινη επιγραφή της κρήνης. 
Η κρήνη στα Θέρμα είναι μια από τις πιο αγαπημένες κρήνες των λημνιών. 
Το νερό των Θέρμων έρχεται από βάθος 1200 μέτρων κι έχει θερμοκρασία  γύρω στους 44 βαθμών Κελσίου.
Οι «Θερμές πηγές» μέχρι το 1912 άνηκαν στο δήμο του Κορνού. 
Μετά την απελευθέρωση άρχισε να τα εκμεταλλεύεται η κοινότητα Κάστρου ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε δικαστική διαμάχη ανάμεσα στις δυο κοινότητες για την εκμετάλλευση των Θερμών υδάτων.
Το 1929 οι δυο κοινότητες προσέφυγαν στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης διεκδικώντας η κάθε κοινότητα για λογαριασμό της την εκμετάλλευση των πηγών.
Το δικαστήριο αποφάσισε τη συνδιαχείριση των πηγών του Ηφαίστου από τις δυο κοινότητες, Κάστρου[4] και Κορνού.
Ο περιβάλλοντας χώρος και τα παλιά τουρκικά χαμάμ έγινε μια προσπάθεια να αξιοποιηθούν στα 1928-30 από τον Αθανάσιο Βαφέα 
Ο Αθανάσιος Βαφέας ήθελε να φτιάξει ένα τουριστικό θέρετρο.
Επιχείρησε να φτιάξει ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα με μπάρ, εστιατόριο και καζίνο αλλά τα προβλήματα ήταν πολύ μεγάλα.
Οι δυο κοινότητες με τις συνεχής διαμάχες δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα στο μισθωτή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη δικαστική διαμάχη του 1929 μόνο η κοινότητα Κάστρου πλήρωσε για δικαστικά έξοδα το ποσό των 10990 δραχμών.
Όταν με τη δικαστική απόφαση αποφασίστηκε η από κοινού διαχείριση των Θέρμων, η κοινότητα Κάστρου επένδυσε στο χώρο 1200 δραχμές για τη συντήρηση του χώρου!
Τελικά στις 8/2/1931 σε κοινή συνεδρία των δυο κοινοτήτων, Κάστρου και Κορνού, αποφασίστηκε η προκήρυξη δημοπρασίας του χώρου και των εγκαταστάσεων για 10 χρόνια, οι υπηρεσίες που θα παρέχονταν στους λουόμενους και το κόστος που θα πλήρωναν οι λουόμενοι στα Θέρμα.
Βασικός όρος στη μίσθωση, να μην κοπούν τα δένδρα που υπήρχαν στο χώρο.
Η μίσθωση θα άρχιζε από 1/5/1931 έως και 30/4/1941.
Ο Αθανάσιος Βαφέας ήθελε να φτιάξει στα Θέρμα ένα πρότυπο τουριστικό θέρετρο σαν εκείνα που υπήρχαν στην Αλεξάνδρεια. 
Σπατάλησε ολόκληρη την περιουσία του σε αυτό το όνειρο, το οποίο εμποδίστηκε από την αγραμματοσύνη, τον επαρχιωτισμό και τον εγωισμό των κοινοταρχών του Κάστρου και του Κορνού.
Το όνειρο του Βαφέα επιχείρησαν να υλοποιήσουν και τα δυο παιδιά του, Κωνσταντίνος και Όθωνας χωρίς δυστυχώς καμμιά επιτυχία.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι εγκαταστάσεις υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Επειδή μετά τον πόλεμο η συντήρηση ήταν πολυδάπανη, διορίστηκε υπάλληλος υπεύθυνος για τη λειτουργία του.
Τη δεκαετία του 1960,τα Θέρμα είχαν γίνει ένα μικρό ιαματικό θέρετρο που αγαπούσαν οι λημνιοί και πήγαιναν πολύ συχνά.
Όλοι σχεδόν οι λημνιοί πλούσιοι και φτωχοί περνούσαν από εκεί για λίγα ιαματικά λουτρά.
Πήγαιναν από τα χωριά κι έμεναν στα δωματιάκια που υπήρχαν, τέσσερα και πέντε άτομα μαζί κι έκαναν τα ιαματικά τους λουτρά.
Συνήθως έμεναν 5 ημέρες. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος» της Αλεξάνδρειας στις 10 Ιουλίου του 1966 με αναφορά στα ευεργετικά για την υγεία ιαματικά λουτρά της Λήμνου και για τη συνήθεια των κατοίκων να επισκέπτονται το χώρο.
Σήμερα οι εγκαταστάσεις έχουν αναπαλαιωθεί και λειτουργούν ξανά.
Τα θερμά ιαματικά λουτρά είναι ένα ιδιαίτερο κόσμημα για το νησί της Λήμνου.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



[1] Tουρκικός  τίτλος συνώνυμος του ναυάρχου.
[2] Ο περιηγητής Belon αναφέρει ότι στη περιοχή υπήρχαν λουτρά με θερμά λουτρά και χαμάμ ήδη από το 1548 και όλη τη περίοδο της τουρκοκρατίας. 
Το πιθανότερο είναι η πηγή να ήταν γνωστή ήδη από την αρχαιότητα. Ο Belon περιγράφει ότι υπήρχε ένα δωματιάκι όπου ξεντύνοντα κι ένας θολωτός θάλαμος όπου μέσα είχε μια μεγάλη πέτρινη μπανιέρα. Ο τουρκικός θολωτός θάλαμος σώζεται μέχρι σήμερα.
[3] Με το όνομα Θερμαί πηγαί, τα αναφέρει 1739 ο Pococke ενώ ο Choiseul-Gouffier στα 1785 τα αποκαλεί κι αυτός Therma.
[4] Την υπεράσπιση της κοινότητας Κάστρου είχε αναλάβει ο δικηγόρος Γεώργιος Καλδής.