Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Έθιμα της Πρωτοχρονιάς



Το πρωί της παραμονής (31 Δεκεμβρίου) οι νοικοκυρές ζύμωναν και έψηναν  τα "λουκούμια" και τα γλυκά. Τα λουκούμια τα έφτιαχναν με σιταρένιο αλεύρι, λάδι και ζάχαρη.
Στην ουσία ήταν μικρές μπουκίτσες γλυκού ψωμιού. Τα ονόμαζαν λουκούμια γιατί ήταν πολύ μικρά όπως και τα ομώνυμα λουκούμια.
Τα γλυκά που συνήθιζαν να φτιάχνουν οι λημνιές, ήταν οι σαμσάδες[1] (φύλλο γεμισμένο με καβουρντισμένο σουσάμι, καρύδια  σταφίδες κι αμύγδαλα) και οι δίπλες, βουτηγμένες μέσα στο μέλι.
Αφού ετοίμαζαν τα γλυκά και έψηναν και την βασιλόπιτα στην συνέχεια ετοίμαζαν κι έστρωναν το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι.
Στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι έκρυβαν συνήθως ένα νόμισμα κάτω από το καλό υφαντό τραπεζομάντηλο που έστρωναν την ημέρα εκείνη, για να είναι πλούσια όλη η χρονιά.
Πάνω στο τραπέζι τοποθετούσαν ένα ρόδι(για να είναι όπως το ρόδι γεμάτο το τραπέζι και τ' αμπάρια όλη τη χρονιά), αμύγδαλα, τις πιατέλες με τις δίπλες και τους σαμσάδες, τη βασιλόπιτα, άλλα  γλυκίσματα και φυσικά μέλι για να είναι γλυκιά η χρονιά. 
Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν και  οι τηγανίτες .
Το τραπέζι το άφηναν στολισμένο όλη τη μέρα για το βρει έτσι πλούσιο ο καινούργιος χρόνος.
Στο κατώφλι του σπιτιού έβαζαν ένα σίδερο κάτω από ένα χρέμι.
Συνήθως ήταν ένα πέταλο αλόγου, για να το πατήσουν και να είναι σιδερένιοι και να μην αρρωστήσουν  τη νέα χρονιά.
Ανήμερα την πρωτοχρονιά, τα χαράματα, οι γυναίκες πήγαιναν στην κεντρική βρύση του χωριού για να πάρουν το αμίλητο νερό και να αφήσουν την βρύση ανοιχτή, να τρέχει ώστε να τρέχει κι ο πλούτος στο σπιτικό τους.
Πήγαιναν  στη λειτουργία το πρωί κι επιστρέφοντας στο σπίτι, ο νοικοκύρης έσπαγε στο κατώφλι του σπιτιού ένα ρόδι που είχε πάρει μαζί του στην εκκλησία για να λειτουργηθεί και να φέρει την ευλογία στο σπιτικό του.
Όσο πιο πολλοί σπόροι του ροδιού πεταγόντουσαν  τόσο πιο ευνοϊκή και πλούσια θα ήταν η νέα χρονιά. Ύστερα ο νοικοκύρης έμπαινε στο σπιτικό πρώτος για να κάνει ¨"ποδαρικό".
Όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια, έκοβαν τη βασιλόπιτα. Στη συνέχεια τα παιδιά με τα καλαθάκια στο χέρι γύριζαν στα σπίτια του χωριού και έλεγαν τα κάλαντα του Αγίου Βασιλείου
«Πουλ’πουλ[2] και του χρον’
Φέραμ’τουν Αγιου Βασίλ’
Ούλου μάλαμα κι ασήμ’».( Γ.Μέγα,1940)
Η σπιτονοικοκυρά τους καλωσόριζε με την φράση «Καλώς τον πέτ’ναρο « αν ήταν αγόρι κι αν ήταν κορίτσια τους έλεγε  «καλώς τ’ς π’λαδέλλες[3]».Τους κέρναγε από τα γλυκίσματα που είχε φτιάξει και τους γέμιζε τα καλαθάκια με ξερά σύκα, σταφίδες κι  αμύγδαλα.
Το μεσημεριανό γεύμα της πρωτοχρονιάς ήταν ο καπαμάς, δηλαδή βραστό χοιρινό κρέας.
Αν κάποιος επισκέπτης τους επισκεπτόταν την μέρα εκείνη, έφερνε μαζί του και μια πέτρα και την άφηνε έξω από το σπίτι, λέγοντας:«Όπως βαρεί η γη πέτρα, έτσι να βαρεί και τ’αφέντ’ η σακκούλα»
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Έτσι ονομάζεται στη Λήμνο ένα είδος  σπιτικού  μπακλαβά. Τον ονόμαζαν έτσι γιατί έβαζαν μέσα σουσάμι. (=σ’σάμ’)
[2] Με το πουλ’πουλ φωνάζουν οι χωρικοί της κότες. Αυτή την έκφραση συνήθιζαν να λένε και τα μικρά παιδάκια στα κάλαντα για αυτό και η νοικοκυρά τα αποκαλεί στο καλοσώρισμα της, πετεινό.
[3] Πουλαδέλα=μικρό πουλακι

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικα Έθιμα της Λήμνου


Από τις αρχές του Δεκέμβρη οι λημνιές νοικοκυρές ετοίμαζαν και καθάριζαν το σπιτικό τους. Ζύμωναν και το ψωμί για όλο το δωδεκαήμερο[1], πριν έρθουν οι καλικάντζαροι.
Την περίοδο του δωδεκαημέρου την χαρακτήριζαν ως ιδιαίτερη και την πρόσεχαν πολύ. Φρόντιζαν  η φωτιά στο τζάκι[2] να είναι  πάντα αναμμένη και να μη σβήνει ,για να κρατάει ζεστό το νεογέννητο Ιησού.
Στο τζάκι φρόντιζαν να τοποθετήσουν  ένα πολύ μεγάλο ξύλο που με επιμέλεια είχαν διαλέξει από το καλοκαίρι, για να κρατήσει 12 ημέρες.
Αν στη φωτιά κατάφεραν να βάλουν ένα ξύλο από θηλυκό δένδρο(π.χ. αμυγδαλιά) και ένα από αρσενικό(π.χ. κέδρο) αυτό το θεωρούσαν πολύ καλό για την οικογένεια.
Το να βρουν ξύλα στη Λήμνο,  για να τα κάψουν στο τζάκι τα παλαιότερα χρόνια ήταν πολύ δύσκολο.
Έτσι, όταν κλάδευαν κάποιο δένδρο φύλαγαν τα ξύλα με ιδιαίτερη προσοχή για τις δύσκολες ημέρες του Δωδεκαημέρου.
Τη στάχτη που μάζευαν όλες αυτές τις ημέρες την κρατούσαν και την παραμονή των Φώτων, τη σκόρπιζαν περιμετρικά του σπιτιού για προστασία από το κακό.Ενώ την υπόλοιπη στάχτη, την έριχναν στα χωράφια.
Πίστευαν ότι η στάχτη του Δωδεκάμερου προστάτευε απ' τα ζιζάνια τ' αμπέλια αλλά   και τα σπαρμένα χωράφια  με σιτάρι.
Θεωρούσαν επίσης ότι η στάχτη από τα ξύλα που για δώδεκα ημέρες είχε ζεστάνει τον Ιησού ήταν ευλογημένη και θα τους προστάτευε από κάθε κακό.
Απόφευγαν κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου να λουστούν γιατί τα νερά ήταν μολυσμένα από τους  καλικάτζαρους και τ΄ άλλα ξωτικά.
Λουζόντουσαν στις 5 Ιανουαρίου αφού τα ύδατα είχαν πρωτοαγιαστεί κι ο ιερέας είχε αγιάσει το σπίτι με τον αγιασμό.
Πίστευαν πως ήταν πολύ κακό να αφήσουν ρούχα τους έξω τη νύχτα. Για το λόγο αυτό, πολύ πριν σκοτεινιάσει είχαν μαζέψει  τα ρούχα και τα παπούτσια τους μέσα στο σπίτι.
Απόφευγαν επίσης να γυρίζουν άσκοπα στην εξοχή και  πολύ πριν σκοτεινιάσει είχαν επιστρέψει στο σπιτικό τους.
Την παραμονή των Χριστουγέννων τα παιδιά σχημάτιζαν παρέες, άναβαν τα φαναράκια τους και πήγαιναν από γειτονιά σε γειτονιά κι από πόρτα σε πόρτα για να πουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Ένα παιδί κρατούσε ένα καλάθι και μέσα εκεί οι νοικοκυρές άφηναν τα ασημώματα και τα κεράσματα[3].
Χριστούγεννα:Αξημέρωτα κτυπούσαν οι καμπάνες της εκκλησίας και όλοι πήγαιναν στη λειτουργία. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι η νοικοκυρά τους φίλευε κοτόσουπα που είχε από βραδύς ετοιμάσει.
26 Δεκεμβρίου:Το πρωί έσφαζαν το χοίρο σε ανάμνηση της σφαγής των νηπίων από τον Ηρώδη.
Κάθε οικογένεια του χωριού είχε θρέψει για την ημέρα αυτή ένα τουλάχιστον «γουρτζέλ».
Οι φωνές των χοίρων κατά την σφαγή, τους θύμιζαν τις φωνές των νεογέννητων παιδιών κατά τη σφαγή που διέταξε ο Ηρώδης..
Έσφαζαν λοιπόν οι άνδρες το χοίρο κατά παρέες, πρώτα του ενός στην συνέχεια του άλλου, οι γυναίκες τους τηγάνιζαν το συκώτι για τους φιλέψουν, μαζί με άφθονο κρασί.
Το δέρμα του χοίρου το άπλωναν κοντά σε ένα δένδρο σιμά στο σπίτι για να τους προστατεύει.
Πίστευαν ότι το δέρμα του χοίρου λειτουργούσε ως αλεξικέραυνο.
Με το δέρμα αυτό τα παλαιότερα χρόνια έφτιαχναν τα τσερβούλια και τις λαγάρες.
Μετά την σφαγή οι γυναίκες έπαιρναν το κεφάλι το ζεμάτιζαν, στη συνέχεια  το ξύριζαν, το καθάριζαν πολύ καλά, το έπλεναν και  το έβραζαν.
Όταν είχε βράσει και ήταν έτοιμο το σερβίριζαν σε πιάτα μαζί με φέτες  από  λεμόνι, πιπέρι, σκόρδο και το άφηναν να κρυώσει και να πήξει και έτσι έφτιαχναν την πηχτή.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας έκαναν τις αποσορτές.
«Αποσορτή» ή «αποσουρτή» ονόμαζαν ένα μέρος, το μπροστινό από την  κοιλιά και το θώρακα  του χοίρου, το οποίο μετά την σφαγή οι γυναίκες το έπαιρναν και το βράδυ μαζευόταν παρέες και το τηγάνιζαν.
Από την ονομασία του κρέατος αποσορτή ονομάστηκαν κι αυτές οι συνάξεις «αποσορτές».
Για να το διατηρήσουν το υπόλοιπο  κρέας το έκαναν καβουρμά. 
Το έκοβαν σε πολύ μικρά κομματάκια, το τσιγάριζαν και στη συνέχεια το τοποθετούσαν σε ένα κιούπι ή σε ένα ντενεκέ  και από πάνω έβαζαν το λίπος του και έτσι το διατηρούσαν για να περάσουν ολόκληρη την υπόλοιπη χρονιά. «τ’γάνσι καβουρμά μητ’λιγδα» δηλαδή τηγάνισε τον καβουρμά με λίπος χοιρινού, συνήθιζαν να λένε.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

[1]Δωδεκαήμερο ονομάζουν την περίοδο από την παραμονή των Χριστουγέννων  μέχρι και την παραμονή των  Φώτων( δώδεκα ημέρες).
[2] Η φωτιά στο τζάκι έπρεπε να είναι αναμμένη για να εμποδίζει και τους καλικάντζαρους να μπουν στο σπίτι.
[3] Τα ασημώματα ήταν συνήθως δεκάρες και τα κεράσματα ξηροί καρποί(κυρίως ξερά σύκα κι αμύγδαλα) και δίπλες.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Το ρακί της Λήμνου



Τα παλαιότερα χρόνια η διαδικασία της απόσταξης για την παραγωγή ρακί ήταν ένα σπουδαίο γλέντι για τους Λημνιούς, που λάμβανε χώρο στο λακαριό ή ρακαριό, προς τα τέλη του Οκτωβρίου ή στις αρχές του Νοεμβρίου.
Εκεί συγκεντρώνονταν φίλοι και γνωστοί για να ρακοβγάλουν. Η αρχική ονομασία ήταν ρακί. Για αυτό και χρησιμοποιείται το ρήμα "ρακοβγάζω" κι όχι "τσιπουροβγάζω'.
Ο Louis de Launay, ο οποίος επισκέφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα τη Λήμνο, αναφέρει χαρακτηριστικά: «έρχεται κοντά μου, με ένα μπουκάλι ρακί κι ένα ποτήρι και με καλεί να πιω...»
Σήμερα στη Λήμνο έχει επικρατήσει  ο όρος  τσίπουρο Λήμνου  [1].
Μετά το πάτημα των σταφυλιών και την παραγωγή του μούστου, τα στέμφυλα στραγγίζονταν κι έμπαιναν σε δοχεία για να γίνει η ζύμωση.
Όταν έκριναν ότι η ζύμωση ήταν έτοιμη, τότε τα έβαζαν σε  χάλκινο καζάνι.
Από το καζάνι που χρησιμοποιούσαν για τη ρακί ονομάστηκαν κι οι παραγωγοί «ρακοκαζανάδες»  ενώ  η διαδικασία «ρακοκαζάνισμα».
Ο κάθε παραγωγός είχε συνήθως τα μυστικά του, κυρίως σχετικά με τα μυρωδικά που θα χρησιμοποιούσε.
Γιατί μέσα στο καζάνι έβραζαν και ορισμένα μυρωδικά. Το πιο διαδεδομένο κι αγαπητό μυρωδικό ήταν ο σπόρος του γλυκάνισου.
Ιδιαίτερα αρωματικό και καλής ποιότητας στο παρελθόν ήταν το γλυκάνισο της Λήμνου. Το γλυκάνισο  των Καμινίων φημιζόταν για το άρωμα του .
Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι το ούζο της Μυτιλήνης, έγινε πανελλαδικά αγαπητό χάρη στο γλυκάνισο της Λήμνου[1] που αποκλειστικά χρησιμοποιούσαν οι Μυτιληνιοί παραγωγοί.
Αλλά μυρωδικά που χρησιμοποιούσαν ήταν τα κρεμμύδια, τις σταφίδες, το μοσχοκάρυδο, τα μήλα, τα κυδώνια, τα δαμάσκηνα, τα σύκα, τα κούμαρα, τη μαστίχα αλλά και το κριθάρι.
Συνήθως οι παραγωγοί χρησιμοποιούν κοκτέιλ μυρωδικών το οποίο και σε καμιά περίπτωση δεν αποκαλύπτουν.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, τα τοποθετούσαν μέσα στο καζάνι και τα σκέπαζαν με το καπάκι κι άρχιζε το βράσιμο.
Όταν η θερμοκρασία φτάσει στους 70[2] βαθμούς, τότε χαμήλωναν τη φωτιά με τα ξύλα και προσπαθούσαν να την κρατήσουν σταθερή.
Προσπαθούσαν να διατηρήσουν σταθερή τη θερμοκρασία γύρω στους 70 βαθμούς. Το αλκοόλ που παράγεται από το καζάνι, περνά σαν ατμός μέσα από το σωλήνα, το «λουλά».
Οι ατμοί υγροποιούνται και έτσι παράγουν το τσίπουρο. Συνήθως ακολουθούσε διπλή απόσταξη. Το τσίπουρο της πρώτης απόσταξης ήταν πολύ βαρύ και δεύτερης ποιότητας.
Η διαδικασία συνήθως διαρκεί 12 με 14 ώρες. Τα λακαριά στη Λήμνο ήταν λίγα[3] και γι αυτό οι Λημνιοί κανόνιζαν με τη σειρά πότε ήταν ελεύθερο, το λακαριό της περιοχής τους για να μπορέσουν να ρακοβγάλουν.
Οι Λημνιοί αγάπησαν το τσίπουρο κι έμαθαν όχι μόνο να το παρασκευάζουν αλλά και να ξεχωρίζει για την ποιότητα του.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη
***Η φωτογραφία  είναι του Στρατή Σακαλή.


[1] Ρακί ή ρακή ή τσίπουρο  είναι το διάφανο δυνατό αλκοολούχο ποτό. Ανάλογα με την περιοχή επιλέγεται κι ο χαρακτηρισμός του ως ρακί ή τσίπουρο. Επειδή  η Κρήτη έχει ταυτιστεί με το ρακί ,οι υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδος επέλεξαν το όνομα «τσίπουρο». Στην ουσία όμως πρόκειται για ρακί. Για αυτό και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται είναι σύνθετες της λέξης ρακί. π.χ. ρακοβγάζω, ρακοκαζανάδες, ρακοκάζανο,ρακόμελο,ρακαριό κ.α.
[1] Σήμερα  στο τσίπουρο χρησιμοποιείται  γλυκάνισο από την Τουρκία.
[2] Για την παραγωγή του τσίπουρου η επιθυμητή θερμοκρασία είναι γύρω στους 45 βαθμούς.
[3] Οι άδειες για τη λειτουργία των λακαριών δόθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αρχικά οι πρώτες άδειες είχαν δοθεί στην Κρήτη. Οι άδειες πολλαπλασιάστηκαν στα 1929.Λόγω  των ισχυρών βροχοπτώσεων, η παραγωγή της σταφίδας δεν μπορούσε να πουληθεί. Με τις άδειες για ρακί, ο Βενιζέλος επιχείρησε να ενισχύσει τα νοικοκυριά των αγροτών και αμπελουργών από τον οικονομικό μαρασμό.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

«Θα πάω στο χωριό μου»


Διάβασα  πρόσφατα ένα άρθρο του Δημήτρη Kαμπουράκη στο protagon.gr  και μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ.
Τίτλος του άρθρου «Θα πάω στο χωριό μου».
Μια έκφραση που όλο και περισσότερο σήμερα ακούμε, να επαναλαμβάνουν φίλοι και γνωστοί αλλά και που εμείς οι ίδιοι ενδόμυχα, επεξεργαζόμαστε συχνά.
Φυσική αντίδραση θα μου πείτε, σε ένα κόσμο που μεταλλάσσεται  και στον οποίο ο σημερινός άνθρωπος προσπαθεί εναγωνίως, να βρει τρόπους, για να διατηρήσει την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και την ελευθερία του.
Αναφέρει ο Δ.Καμπουράκης: «Θα πάω στο χωριό μου. Θα βάλω πατάτες, ντομάτες, μαρούλια, κοτόπουλα, κουνέλια. Θα μαζεύω το λάδι μου. Θα ‘χω το κρασί, το τσίπουρο μου. Εκεί τα πράγματα είναι φτηνά. Κι έπειτα τι να κάνω στην Αθήνα χωρίς δουλειά; Εκεί θα επιβιώσω» και συνεχίζει «Αμ, δεν θα πας. Κι αν πας, θα φύγεις γρήγορα».
Πολλές φορές αναρωτιέμαι κατά πόσο η ανάγκη για επιστροφή στη φύση, στο κάμπο, στο χωράφι, στο κήπο είναι δική μας επιλογή ή αν είναι αποτέλεσμα των έξυπνων παιχνιδιών του facebook και των εμπνευστών των.
Εδώ και μια πενταετία το facebook διοχέτευσε παιχνίδια όπως το  farm town, farm ville κ.α. με σκοπό να μας εθίσει στις αγροτικές εργασίες. 
Εκατομμύρια οι χρήστες παγκοσμίως που σπέρνουν, θερίζουν και πουλούν εικονικά  τα αγαθά τους.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των επιρροών συν το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης και του φόβου που μας προκαλεί,είναι ότι οι περισσότεροι φίλοι μου φέτος το καλοκαίρι «έσπειραν» ντοματιές στα εξοχικά τους κι όσοι δεν είχαν εξοχικά, στις γλάστρες στα μπαλκόνια τους. Ντοματιές έβαλαν ακόμα και στο γκαζόν.
Καθημερινά σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης σχετικές με τη Λήμνο, γίνονται αναφορές παρορμητικών, προβληματισμένων  και ξενιτεμένων Λημνιών, σχετικά με την επιθυμία τους να επιστρέψουν στο νησί για μόνιμη εγκατάσταση.
Μια επιθυμία που ενισχύεται κυρίως, στηριζόμενη  στις καλοκαιρινές ανέμελες στιγμές στο νησί.
Σε ένα νησί που τα τελευταία χρόνια συντήρησε το ντόπιο πληθυσμό στηριζόμενο κυρίως στις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και στις αγροτικές συντάξεις.
Αν έλειπαν αυτές πολλοί θα είχαν οδηγηθεί στη φτώχεια και στην ανέχεια.
Eυρωπαϊκές επιδοτήσεις που οδήγησαν τους λημνιούς αγρότες στα καφενεία και εγκατέλειψαν τη γη τους.
Σήμερα δυστυχώς ελάχιστα στρέμματα του νησιού καλλιεργούνται κι αύριο που οι επιδοτήσεις θα σταματήσουν οριστικά, η γη θα μείνει ακαλλιέργητη.
Εύκολη η σκέψη της μετάβασης στο χωριό, η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική.
Γράφει κάποιος Λημνιός στο Facebook:
«Εγώ λείπω 13 χρόνια…το χειμώνα είναι πίκρα. Εγώ θα γυρίσω μόνο σαν τελευταία λύση. Κάθε γιορτές που πάω, ο κόσμος εκεί όλο και χειρότερος….ελπίζω να αλλάξει αυτό κάποια στιγμή αλλά δύσκολο…»!
Το χειμώνα είναι πίκρα. Δυστυχώς όμως η ζωή μας στηρίζεται στους χειμώνες.
Μια παράγραφο από το άρθρο του Δ.Καμπουράκη που μας άρεσε ιδιαίτερα, είναι όταν γράφει:
«Και κάθε βράδυ θα πηγαίνεις στο μοναδικό καφενείο τού χωριού, μόνο που θ’ ανακαλύψεις ότι οι περισσότεροι απ’ τους θαμώνες δεν είναι κάποιοι φιλοσοφημένοι γέροντες με λευκά μαλλιά και σοφές κουβέντες, αλλά κάτι στενοκέφαλοι μπεκρούλιακες με κιτρινισμένα δάκτυλα που λένε όλο τις ίδιες ιστορίες και τσακώνονται συνέχεια μ’ αυτούς που έχουν χωράφι σύνορο…. Και εκεί θ’ ανακαλύψεις πάλι ότι στις φρικτές μέρες μας, που σιγά-σιγά μετατρεπόμαστε σε άνεργους μετανάστες, το «Δόξα-σοι-ο-Θεός-είμαστε-καλά» είναι το ίδιο δύσκολο και στη παγερή Αθήνα και στο μίζερο χωριό σου».
Η μόνη δυστυχώς αλήθεια είναι ότι η μετάβαση από την ευμάρεια των προηγούμενων ετών στη φτώχεια και την ανέχεια θα είναι δύσκολη για όλους τους Έλληνες, είτε βρισκόμαστε στην Αθήνα είτε στη Λήμνο.
Κι όπως σημειώνει ένας χρήστης του διαδικτύου σχετικά με την επιθυμία κάποιων για επιστροφή στο χωριό τους: «Αν ήταν καλύτερα δεν θα… μεγάλωναν οι πόλεις».
Ευαγγελία Χ.Λιάπη