Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Πρωταπριλιά




Την Πρωταπριλιά «τόχουν για το καλό να ψεματούν» δηλαδή το είχαν για καλό να πουν ευφάνταστα ψέματα και να γίνουν πιστευτοί.
Παλαιότερα πίστευαν ακόμα πως αν έβρεχε την ημέρα της πρωταπριλιάς το νερό ήταν ευλογημένο, θαυματουργό και γιατρικό Για το λόγο αυτό συνέλεγαν νερό της βροχής και το φύλασσαν σε ένα μπουκάλι.
Όταν τύχαινε κάποιος να έχει πυρετό, έπλεναν με το νερό της βροχής το πρόσωπο του και ο πυρετός υποχωρούσε.
Καλό μήνα.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Λαζάρ’ ή Λαζαρούδια


Τα παλαιότερα χρόνια στη Λήμνο, την παραμονή της Αναστάσεως του Λαζάρου, οι Λημνιές τιμούσαν ιδιαίτερα το Λάζαρο. Για χάρη του ζύμωναν[1],έπλαθαν και στη συνέχεια έψηναν τα « λαζάρ’ ή λαζαρούδια».
Τα «λαζαρούδια» ήταν ζυμωτά ανθρωπάκια, που είχαν σταυρωμένα με σπάργανα τα χέρια. Τα σταυρωμένα χέρια προμήνυαν τη σταύρωση του Ιησού.
Έφτιαχναν με ζυμάρι ένα τρίγωνο, το οποίο στη συνέχεια γέμιζαν με κομματάκια από ξερά σύκα, σταφίδες, αμύγδαλα μέλι ή ότι άλλο ξηρό καρπό διέθεταν.
Το δίπλωναν και σχημάτιζαν ένα ζυμαρένιο ανθρωπάκι. Στη θέση των ματιών οι νοικοκυρές έβαζαν σταφίδες ή γαρύφαλλα(μοσχοκάρφια).
Αναφέρει χαρακτηριστικά ο λαογράφος Γ.Μέγας: «στη Λήμνο την Παρασκευή θα κόψουν τα σύκα κομμάτια μικρά και το Σάββατο θα ζυμώσνε με τη μαγιά. Θα κόψουν ένα κομμάτι ίσαμε μισή οκά, θα διπλώσουν μέσα σύκα και θα κάνουν τρίγωνο. Θα το ζώσουν με κομμάτ’ ζμαρούδ’ όπως γίνεται η φασκιά και τα λεν Λαζάρ’. Δίνουν στις φτωχές και για σχώριο». ( Γ.Μέγας,1945)
Με αυτά φίλευαν για το καλό τα παιδιά ή τα έδιναν σε φτωχές οικογένειες για συγχώρεση των ψυχών.
Τα αποκαλούσαν «λαζάρ’» δηλαδή «λάζαροι» ή «λαζαρούδια».
Τα παιδιά αγαπούσαν ιδιαίτερα τον Άγιο  Λάζαρο κι από μικρά μάθαιναν να τραγουδούν την Ανάσταση του  και τα όσα ο Άγιος Λάζαρος αντίκρισε στον Άδη.
«-Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
-Δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω…»
Ευαγγελία Χ.Λιάπη




[1] Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Εορτάζουμε την 25 Μαρτίου του 1821





«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομεν άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε, "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά, ως μία βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας... και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμεν σ' αυτό το σκοπό και κάναμεν την επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοιαν και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι... Ο ένας πήγαινε στον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα στο στρατόπεδο και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και εις την Κωνσταντινούπολη...
Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουαν Έλληνα και φεύγαν χίλια μίλια μακριά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός κι ένα καράβι μια αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξε. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι.
Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους μα τι να κάνουμε
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ


«…είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας …Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ “ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ


http://www.youtube.com/watch?v=CzF2JqtHdiA

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Ο Λημνιός Χατζής Αντώνης Βιζβίζης κι η ελληνική επανάσταση του 1821



Στις 23 Μαρτίου του 1821, ο Λημνιός Χατζής Αντώνης Βιζβίζης[1], πλούσιος πλοιοκτήτης και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μετέφερε με το μπρίκι του «Καλομοίρα[2]», τον Εμμανουήλ Παπά[3],βαθύπλουτο έμπορο και τραπεζίτη, από την Κωνσταντινούπολη στο Άγιο Όρος.
Προορισμός τους ήταν ο ταρσανάς της μονής Εσφιγμένου, στο Άγιο Όρος[4].
Ο Εμμανουήλ Παπάςς είχε ξοδέψει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην Κωνσταντινούπολη, αγοράζοντας όπλα και πολεμοφόδια.
Τα όπλα και τα πολεμοφόδια προορίζονταν για την ελληνική επανάσταση.
Ο Εμμανουήλ Παπάς κι ο Χατζή Αντώνης Βιζβίζης υλοποιούσαν τις διαταγές του Αλέξανδρου Υψηλάντη, που ήθελε να εντάξει στον απελευθερωτικό αγώνα της Ελλάδας τους αγιορείτες μοναχούς,(γύρω στα 3000 άτομα) και να εδραιώσει την επανάσταση στη Μακεδονία.
Στο σκάφος επέβαιναν εκτός από τον Εμμανουήλ Παπά, ο γραμματέας του Δημήτριος Οικονόμου, ο γιος του Ιωάννης Παπάς, ο  καπετάνιος Χατζή Αντώνης Βιζβίζης, η σύζυγος του Δόμνα[5], τα πέντε παιδιά τους και 140 ναύτες.
Στις 23 Μαρτίου του 1821 το μπρίκι ελλιμενίστηκε στον ταρσανά της μονής Εσφιγμένου και οι ναύτες της «Καλομοίρα» μετέφεραν σε ασφαλή μέρος τα όπλα και τα πολεμοφόδια που προορίζονταν για τον αγώνα.
Δυστυχώς η «Καλομοίρα» δεν στάθηκε ιδιαίτερα τυχερή για τους επιβαίνοντες.
Σε ένα αιφνίδιο ταξίδι από το Άγιο Όρος με προορισμό την Ύδρα, για να αποφευχθεί η σύλληψη του Εμμανουήλ Παπά από τους Τούρκους, ο Εμμανουήλ Παπάς έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε εν πλω.
Όταν το μπρίκι έφτασε στην Ύδρα έγινε η ταφή του ήρωα με τιμές στρατηγού, στις 5  Δεκέμβρη του 1821.
Αλλά κι ο Λημνιός Χατζή Αντώνης Βιζβίζης σκοτώθηκε στις 21 Ιουλίου 1822 πάνω στο μπρίκι «Καλομοίρα» κατά τη διάρκεια ναυμαχίας με τους Τούρκους, όχι όμως από τουρκικό βόλι αλλά από ελληνικό[6]. Μόλις η καπετάνισσα Δόμνα αντίκρισε τον άνδρα της νεκρό, τον έκρυψε στο αμπάρι του σκάφους και συνέχισε η ίδια τη ναυμαχία. Βοηθούμενη από τον καπετάν Σταυρή,[7] κατάφερε και μετέφερε σώους τους άνδρες του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Εύβοια.
Την επόμενη μέρα στην Λιχάδα της Εύβοιας, η Δόμνα[8] θρήνησε και έθαψε το σύζυγο της, πίσω από το ναό των Αγίων Αναργύρων.
Ο Χατζή Αντώνης κι η Δόμνα υπήρξαν από  εκείνους τους ήρωες της ελληνικής επανάστασης που ενώ αφιέρωσαν όλη τους την περιουσία στον αγώνα για την ανεξαρτησία, η πολιτεία δεν τους τίμησε.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1]Ο Χατζή Αντώνης Βιζβίζης ήταν Λημνιός. Παντρεύτηκε τη Θρακιώτισσα Δόμνα, το 1808.Ζούσαν στην Αίνο της ανατολικής Θράκης, για αυτό και ορισμένοι μελετητές αναφέρουν και το Χατζή Αντώνη ως Θρακιώτη λόγω της συζύγου του. Ο Χατζή Αντώνης Βιζβίζης μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, στη Οδησσό της Ρωσίας. Σύντομα η οικογένεια του Βιζβίρη εγκατέλειψε το αρχοντικό, τα χωράφια κι όλη την ακίνητη περιουσία τους στην Αίνο κι έκαναν σπιτικό τους το μπρίκι «Καλομοίρα». Η οικογένεια αποτελούνταν από τον καπετάνιο Αντώνη, τη σύζυγο του Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους(τρία αγόρια και δυο κορίτσια, εκ των οποίων το ένα κορίτσι ήταν κωφό).

[2]Το μπρίκι «Καλομοίρα» είχε ναυπηγηθεί στην Οδησσό της Ρωσίας. Ήταν εξοπλισμένο με 16 κανόνια και είχε πλήρωμα 140 ναύτες. Το πλοίο διέθετε μια μεγάλη αίθουσα στην οποία πραγματοποιήθηκαν οι σημαντικότερες συζητήσεις και συνεδριάσεις του Αρείου Πάγου. Αρκετές φορές στα συμβούλια που έγιναν στη «Καλομοίρα, συμμετείχαν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Νικηταράς.
Η καπετάνισσα Δόμνα μετά το θάνατο του συζύγου της, όταν είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία και δεν μπορούσε πια να συντηρήσει την Καλομοίρα «...υστερούμενα και αυτού του επιούσιου…. Μη έχουσα ούτε οίκον, ούτε μίαν πατρίδα, ούτε τα λοιπά αναγκαία» το χάρισε στο ελληνικό κράτος, στον υπουργό Κανάρη.
Το 1824, ο Νικόλαος Πιπίνος το έκανε «μπουρλότο» και έκαψε με αυτό στο Τσεσμέ, την τουρκική φρεγάτα «Χαζνέ Γκεμισί».
[3]Ο Εμμανουήλ Παπάς ήταν ένας βαθύπλουτος έμπορος και τραπεζίτης από το χωριό Δοβίστα( που σήμερα φέρει το όνομα του)των Σερρών. Είχε έντεκα παιδιά(οκτώ γιους και τρεις κόρες) και μια τεράστια περιουσία.Στις 21 Δεκεμβρίου του 1819, σε ηλικία 47 χρόνων μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Αφιέρωσε στον αγώνα όλη την περιουσία του. Όταν η χώρα ελευθερώθηκε, η οικογένεια του Εμμανουήλ Παππά δεν είχε να αγοράσει ούτε ψωμί.

[4]Ο Εμμανουήλ Παπάς επέλεξε το Άγιο Όρος ως ορμητήριο των αγωνιστικών επιχειρήσεων λόγω των ειδικών προνομίων που είχαν τα μοναστήρια και της απαγόρευσης της παρουσίας των Τούρκων στην περιοχή. Ο Ε.Παπάς επέλεξε τη μονή Εσφιγμένου γιατί ο  ηγούμενος της μονής, ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία.

[5] Ο Χατζή Αντώνης Βιζβίζης έλεγε πως ξοδεύει τα χρήματα του για να χτιστεί το χρυσό παλάτι της Ελευθερίας. Εξαιρετικής ομορφιάς, ευγένειας και ικανοτήτων ήταν η σύζυγος του, η Δόμνα.Για τη Δόμνα, ο Δημήτριος Υψηλάντης αναφέρει ότι ήταν «Ευγενεστάτη και Γενναιοτάτην Δέσποινα και καπετάνισσα». Ο Οδυσσέας. Ανδρούτσος την αποκαλούσε «μεγάλη ευεργέτιδα». Η προσωπικότητα της, επισκίασε στην ιστορία την προσωπικότητα του συζύγου της. Η λαϊκή μούσα της αφιέρωσε το δημοτικό τραγούδι:
 -Πουλάκι πόθεν έρχεσαι, πουλάκι γι΄ αποκρίσου
μην είδες και μην άκουσες για την κυρά Δομνίτσα
-Την έμορφη, τη δυνατή, την αρχικαπετάνα,
πούχει καράβι ατίμητο και πρώτο μεσ’ στα πρώτα,
καράβι γοργοτάξιδο, καράβι τιμημένο,
καράβι που πολέμησε στης Ίμβρος το μπουγάζι;
Και το πουλάκι στάθηκε και το πουλάκι λέει,
-Την είδα, την απάντησα, σιμά στο Αγιονόρος
τρεις μέρες επολέμαγε, με δυο χιλιάδες Τούρκους..
[6]Η επικρατέστερη σήμερα εκδοχή είναι ότι ο καπετάνιος Χατζή Αντώνης Βιζβίζης δολοφονήθηκε. Το βόλι δεν μπορούσε να προέρχεται από τους Τούρκους λόγω της απόστασης που υπήρχε ανάμεσα στα σκάφη. Κάποιοι ήθελαν να αποφύγουν την αποκάλυψη της συνομωσίας εναντίον του Οδυσσέα Ανδρούτσου !
[7] Σταύρο Αινίτη
[8] Αλλά και η μοίρα της καπετάνισσας δεν ήταν καλύτερη. Στο λιμό του 1826 έχασε το ένα της παιδί ενώ από τη φτώχεια και την ανέχεια δεν είχαν να φάνε. «Ο πατήρ των ανηλίκων ορφανών μου εθυσίασεν και ζωήν και κατάστασιν υπέρ του έθνους, τα παιδιά του λιμοκτονούν, πεθαίνουν από την πείναν! Το έθνος δεν ευσπλαγχνίζεται;» γράφει η ίδια προς την κυβέρνηση. Επειδή δεν έχει στέγη για να μείνει, η κυβέρνηση της παραχωρεί το δικαίωμα να μείνει σε ένα οίκημα στο Ναύπλιο, χωρίς πόρτες και παράθυρα.Η Δόμνα θα χάσει ακόμα δυο παιδιά από πανώλη. Ο γιος της Δημήτριος(θα μετανομαστεί Θεμιστοκλής) υιοθετήθηκε  από τη γαλλική κυβέρνηση και σπούδασε στη Γαλλία. Η Δόμνα μετά από πολλές περιπέτειες θα καταφέρει να βγάλει μια σύνταξη 30 δραχμών. Με συντροφιά την κόρη της Μαριγώ θα καταλήξει στον Πειραιά, όπου θα πεθάνει το 1850.


Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Έθιμα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως




Η Γ΄ Κυριακή των Νηστειών αποκαλείται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως αλλά και Μεσοσαράκοστο, γιατί βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης και Αγίας Σαρακοστής.
Την ημέρα αυτή προβάλλεται[1], τιμάται και προσκυνείται ο Σταυρός του Κυρίου προς ενίσχυση των πιστών και ψάλλεται :
«Σώσον Κύριε τον λαόν σου, και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι, κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού σου πολίτευμα».
Ο ιερέας μοιράζει κλαδάκια δενδρολίβανου στους πιστούς για ευλογία.
Στη Λήμνο, τα παλαιότερα χρόνια, χρησιμοποιούσαν τα σταυρολούλουδα,[2] για να λιβανίζουν τα σπίτια και τα ξωκλήσια του νησιού.
Μετά τη θεία λειτουργία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, τοποθετούσαν τα κλαδάκια δενδρολίβανου στο εικονοστάσι του σπιτιού και κάθε φορά που ήθελαν να λιβανίζουν, έκαιγαν λίγα φυλλαράκια δενδρολίβανου.
Θεωρούσαν, ότι τα κλαδάκια δενδρολίβανου που τους είχε προσφέρει ο ιερέας, είχαν θεραπευτικές ιδιότητες. Για αυτό το λόγο, όταν κάποιος τύχαινε να αρρωστήσει, βουτούσαν ένα κλαδάκι σταυρολούλουδα μέσα σε αγιασμό και με αυτό ράντιζαν τον ασθενή.
Οι κεχαγιάδες της Λήμνου ράντιζαν με τα σταυρολούλουδα που είχαν βουτήξει σε αγιασμό,τα ζώα τους για να είναι γερά.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Στην αγρυπνία αυτής της ημέρας ο Σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί. Σύμφωνα με το συναξαριστή, επειδή κατά τη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών ο πιστός ταλαιπωρείται ,υψώνεται ο Σταυρός για να στηρίξει τον πιστό και για να του θυμίσει τα θεία πάθη αλλά και να τον παρηγορήσει με την προσμονή της Ανάστασης. Στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
[2] Σταυρολούλουδα αποκαλούσαν τα λουλούδια που τους είχε δώσει ο ιερέας στη θεία λειτουργία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως και κυρίως ήταν κλαδάκια δενδρολίβανου κι άνθη.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Έθιμα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων


Η Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια, στις 9 Μαρτίου.
Οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ήταν στρατιώτες, του στρατού του Λικίνιου.
Όταν άρχισε ο μέγας διωγμός κατά των χριστιανών, οι Άγιοι Τεσσαράκοντα συνελήφθησαν από τον έπαρχο Αγρικόλα.Σύμφωνα με το συναξαριστή ο έπαρχος Αγρίκολας για να τους βασανίσει τους έβαλε μέσα σε μια παγωμένη λίμνη.
Ένας μόνο από τους στρατιώτες Αγίους λιγοψύχησε κι αρνήθηκε την πίστη του. Αμέσως όμως τον αντικατέστησε ένας φρουρός και διώκτης τους, ο Αγλαΐος.
Ο Αγλαΐος. είδε τα στεφάνια του μαρτυρίου πάνω από τα κεφάλια των Αγίων Μαρτύρων που ήταν μέσα στην παγωμένη λίμνη και πίστεψε στον Ιησού Χριστό.
Ομολόγησε την πίστη του και μπήκε στη λίμνη  μαζί με τους άλλους 39 μάρτυρες. Την άλλη μέρα[1] μισοπεθαμένους έβγαλαν τους Μάρτυρες[2] από τη λίμνη και συνέτριψαν τα μέλη τους[3].
Αυτός ήταν ο μαρτυρικός θάνατος των Αγίων Μαρτύρων.
Ο αριθμός σαράντα είναι ιερός για την εκκλησία μας. Δεν πρέπει να λησμονούμε το σαράντισμα των βρεφών, το σαρανταήμερο του θανάτου καθώς κι ότι ο Μωϋσής νήστευε 40 μέρες πριν πάρει από τον Θεό τις δέκα Εντολές στο όρος Σινά.
Η εορτή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων αν και είναι σταθερή, εντάσσεται από την εκκλησία μας μέσα στην Αγία και Μεγάλη Σαρακοστή.
Στη Λήμνο σύμφωνα με τον λαογράφο Γ.Μέγα[4] τα παλαιότερα χρόνια συνήθιζαν να φυτεύουν την ημέρα του εορτασμού των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, δένδρα, αμπέλια, βασιλικά και λουλούδια.
Πίστευαν πως ήταν η κατάλληλη μέρα και πως οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες θα τα ευνοούσαν  για να αναπτυχτούν.
Την ημέρα αυτή στη Λήμνο συνήθιζαν να αποκόβουν και τα αρνιά από τις μητέρες τους.
Πίστευαν επίσης πως την ημέρα αυτή ήταν καλό, να μαζεύουν βότανα γιατί πίστευαν, πως τα φυτά είχαν περισσότερες θεραπευτικές ιδιότητες.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη
Απολυτίκιο
Θείω πνεύματι συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα. δια πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ’ αιτήσασθε, Τριάδα την Υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.



[1] Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι μαζί με τους Άγιους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες  έξω από τη λίμνη στεκόταν και η μητέρα του νεότερου  μάρτυρα και εμψύχωνε το γιο της να υπομείνει το μαρτύριο και να μη δειλιάσει.
[2] Σύμφωνα με τον παρισινό κώδικα του  1575 οι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ήταν:Κάνδιδος , Δόμνας, Ευτύχιος , Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης , Αλέξανδρος, Σακεδών , Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος,, Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος,  Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός , δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός και ο Αγλάϊος ο καπικλάριος
[3] Τα λείψανα των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων βρήκε το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία ,με θεία οπτασία, κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου.
[4] Γ.Μέγας,Επετηρίς του Λαογραφικού αρχείου, Αθήνα 1950.

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Κεντητική της Λήμνου


Η κεντητική είναι μια τέχνη που τα παλαιότερα χρόνια ήταν πολύ ανεπτυγμένη στη Λήμνο.
Βελόνες και σφονδύλια έχουν εντοπιστεί στην προϊστορική Πολιόχνη σε μεγάλες ποσότητες. Δηλωτικό του ότι από νωρίς οι Λήμνιες ασχολούνταν με την κεντητική.
Η κεντητική[1] στη Λήμνο γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση από τα μέσα του 18ου μέχρι τα τέλη του 19ου αι.
Καναπλίκια, τζακόπανα, κουρτινάκια, μπάντες, τραπεζομάντηλα, κεντητοί πίνακες, πεσκίρια.
Οι Λήμνιες στόλιζαν με κεντήματα τα υφάσματα που κοσμούσαν το σπίτι τους κι από μικρές, παιδούλες διδασκόντουσαν την τεχνική του κεντήματος.
Κεντούσαν πάνω σε υφαντά, βαμβακερά και μεταξωτά υφάσματα.
Με την πάροδο του χρόνου χρησιμοποιήθηκαν και εισαγόμενα υφάσματα στη λημνιακή κεντητική όπως ο χασές, η ταμίνα,ο τσεβρές κ.α.
Το κέντημα αρχικά ήταν κυρίως απασχόληση των πλουσίων, γιατί οι γεωργοί είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια και δεν υπήρχε περίσσιος χρόνος ελεύθερος.
Έτσι με το κέντημα οι γυναίκες των κεχαγιάδων ασχολιόντουσαν κυρίως τους κρύους μήνες του χειμώνα. Τότε μαζεύονταν στο σπίτι οι γυναίκες και έκαναν τα νυχτέρια.
Στα νυχτέρια κεντούσαν κάτω από το λιγοστό φως που σκόρπιζε η λάμπα κι έλεγαν ιστορίες.
Στην οικιακή χειροτεχνεία τα κορίτσια από πολύ μικρά έπρεπε να μυηθούν στη τεχνική του κεντήματος.
Κυρίως η δασκάλα της κεντητικής ήταν η γιαγιά του κοριτσιού,που από μικρό είχε μεγαλώσει το κοριτσάκι με το τραγουδάκι:
«Nτίλι ντίλι ντίλι, ντίλι το καντήλι
που έφεγγε και κένταγε, η κόρη το μαντήλι…».
Από μικρή λοιπόν η Λήμνια άρχιζε να κεντά τα προικιά της (μαξιλάρια, πετσέτες, τραπεζομάντιλα, σεντόνια, κουρτινάκια) με τα οποία την παραμονή του γάμου της θα στόλιζε το γιούκο της.
Τα σχέδια αποτελούσαν οικογενειακή υπόθεση και προσπαθούσαν να τα διατηρήσουν κρυφά. Αν ερχόταν κάποια που δεν ήταν της οικογένειας ή δεν ήταν φίλη, έκρυβαν συνήθως το εργόχειρο για να μην το δουν και το αντιγράψουν.
Τα κεντήματα ήταν ασπροκέντητα ή έγχρωμα καθώς και μετρητά ή γραπτά[2].
Τα κεντήματα του 19ου αιώνα ήταν κυρίως τα ασπροκεντήματα. Κεντούσαν τα σεντόνια, τα μαξιλάρια, τα μωρουδιακά σεντονάκια, τα τζακόπανα, τον κρεβατόγυρο, τα καναπλίκια και τα τραπεζομάντιλα.
Στα έγχρωμα συγκαταλέγονται κι αυτά που κεντούσαν με κόκκινη κλωστή όπως τα αρχικά γράμματα της νύφης, και τα έκαναν μαξιλάρι ή κάδρο.
Αγαπημένο θέμα ήταν και η κεντητή «Καλημέρα».
Η κεντητική της Λήμνου παρουσιάζει πλούσια θεματολογία. Τα θέματα ήταν παρμένα από τη μυθολογία, την ιστορία, τη θρησκεία, τη θάλασσα, τη φύση.
Περιστέρια, αγριόπαπιες, πεταλούδες, λουλούδια, ανθοφόρες γλάστρες[3], ρόδια, δένδρα, γοργόνες,[4] ήλιοι, έρωτες, η πομπή του γάμου, νύμφες, κυνηγοί, ναυτικά μοτίβα αλλά και σταυροί και δικέφαλοι αετοί.
«Την θάλασσα κεντάει, με τα νησιά της όλα,
κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
τη γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
κεντάει κ
᾿ ΄ένα βουνό, ψηλό ψηλό και μέγα:
τ
ο χάραμα γλυκά προβάλει στην κορφή του
και βάφεται η  κορφή και τ
᾿ ουανού η λουρίδα
ροδόλευκη, νερά καθάρια κι
ασημένια
τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι αυλακώνουν,
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά,
ισκιωμένα ορμάνια
κεντάει στ
ις λαγκαδιές με πράσινο μετάξι
στους όχτους, στα ριζά, κοπάδια ασπρολογάνε
και φαίνονται οι βοσκοί, και στο όμορφο κεντίδι[5]..»
Ένα αγαπημένο μοτίβο ,το οποίο όλες σχεδόν οι Λημνιές είχαν στα προικιά τους ήταν η συνάντηση του Πάρη με την Ωραία Ελένη.
Μετά το 1920 πολλά σχέδια ήρθαν από τη Μικρά Ασία αλλά και από την Αίγυπτο.
Τα κεντήματα, τα κληρονομούσε η μάνα στη κόρη της και αποτελούσαν σημαντικό μέρος της προίκας της.
Στη λημνιακή κεντητική συγκαταλέγονται και τα κεντήματα που κοσμούσαν τις εκκλησιές και τα ξωκλήσια της Λήμνου.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

***Στη φωτογραφία,ένα κέντημα με κόκκινη κλωστή των αρχικών της νύφης ,το οποίο συνήθιζαν να κεντούν τα κορίτσια από μικρά.

[1] «Το κέντημα είναι γλέντημα κι η ρόκα είναι σεργιάνι
μα ο αργαλειός είναι σκλαβιά, σκλαβιά πολύ μεγάλη».
[2] Γραπτά αποκαλούσαν τα κεντήματα τα οποία οι ίδιες είχαν σχεδιάσει  πάνω στο ύφασμα και στη συνέχεια είχαν κεντήσει.
[3] Σύμβολο μακροζωίας
[4] Χρησιμοποιούσαν διάφορες παραστάσεις και σύμβολα σύμφωνα με τις τοπικές δοξασίες.
[5] Κώστας Κρυστάλης, Το κέντημα του μαντηλιού.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Οι Κοζάκοι της Λήμνου


Η εικόνα είναι έργο Κοζάκου και βρίσκεται σε ένα ξωκλήσι της Λήμνου
Στην κρίσιμη μάχη της Κριμαίας, που σήμανε και το τέλος του ρωσικού εμφυλίου, ο λευκός[1] στρατός υπέστη μεγάλη συντριβή.
Τότε χιλιάδες Κοζάκοι[2] μέλη του λευκού στρατού αναγκάστηκαν για να σωθούν, να επιβιβαστούν μαζί με τις οικογένειές τους, στα βρετανικά και γαλλικά πλοία της Αντάντ, που βρίσκονταν στο λιμάνι της Σεβαστούπολης.
Ήταν Μάρτιος του 1920.Τα αγγλογαλλικά πλοία στη συνέχεια τους διέσπειραν σε διάφορα λιμάνια της Μεσογείου.
Μια ομάδα Κοζάκων, γύρω στα 5000 άτομα, αποβιβάστηκε στη Λήμνο και στρατοπέδευσε σε μια ερημική παραλία, κοντά στο χωριό Πορτιανό.
Οι τελευταίοι Κοζάκοι αποβιβάστηκαν στη Λήμνο, το Νοέμβριο του 1920.
Οι Κοζάκοι ήταν τμήματα του Κουμπάν, του Ντον, του Τέρεκ και του Άστραχαν, που είχαν πολεμήσει κάτω από τις οδηγίες του στρατηγού Πιότρ Βράγγελ.
Οι Κοζάκοι εξόριστοι ήρθαν στο νησί μαζί με τις οικογένειες τους. Ανάμεσα τους στρατηγοί, αξιωματικοί και στρατιώτες του λευκού στρατού αλλά και γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι, καθηγητές της Ρωσικής Στρατιωτικής Ακαδημίας, ιερείς, μοναχοί, γιατροί, ζωγράφοι, καλόγριες, μουσικοί, υπουργοί, έμποροι, καλλιτέχνες.
Οι Κοζάκοι φυλακίστηκαν στο υπαίθριο στρατόπεδο που σχηματίστηκε για αυτό το σκοπό από τους πρώην συμμάχους τους, Γάλλους κι Άγγλους.
Οι Γάλλοι τους αντιμετώπισαν με ιδιαίτερη σκληρότητα. Καθημερινά μείωναν τις μερίδες φαγητού που προορίζονταν για τους Κοζάκους πρόσφυγες και τις έδιναν στους δικούς τους στρατιώτες. Το ίδιο έκαναν και με τα ξύλα για τη θέρμανση.
Σύμφωνα με τα ρωσικά αρχεία, οι Γάλλοι επεδίωξαν με τη συμπεριφορά τους, τη φυσική εξόντωση των Κοζάκων.
Οι Κοζάκοι έμειναν στη Λήμνο μέχρι το Δεκέμβρη του 1921.Στα μάτια των Κοζάκων, η Λήμνος φάνταζε άγρια και τρομακτική. Πολλοί Κοζάκοι για πρώτη φορά αντίκριζαν τη θάλασσα κι η θέα της και μόνο τους προκαλούσε τρόμο.Φοβόντουσαν ακόμα και να πλησιάσουν τη θάλασσα[3].
Ο πρόσφυγες είχαν φέρει μαζί τους, ότι με κόπο κατάφεραν να διασώσουν από τους μπολσεβίκους. Εικόνες αγίων, χρυσαφικά, πολύτιμα σερβίτσια φαγητού και τσαγιού, υφάσματα κι άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Αυτά για να καταφέρουν να επιβιώσουν, αναγκάστηκαν να τα εκποιήσουν στους Γάλλους συχνά έναντι πινακίου φακής.
Η φτώχεια, οι αρρώστιες κι η δυστυχία ήταν πολύ μεγάλη. Θύματα της ανέχειας κυρίως τα παιδιά, τα οποία δεν άντεξαν και πολλά από αυτά πέθαναν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Κοζάκου ιερέα του στρατοπέδου του Πορτιανού, ο ίδιος σχεδόν καθημερινά κήδευε κι ένα παιδί.
Κάθε Κυριακή οι Κοζάκοι εκκλησιάζονταν στην εκκλησία «Εισόδια της Θεοτόκου» στο Πορτιανού. Τα μέλη του Νταν, εκκλησιάζονταν στην εκκλησιά των Ταξιαρχών, στο Μούδρο.
Οι Λημνιοί είχαν εντυπωσιαστεί πολύ από τη θρησκευτικότητα, την κουλτούρα και τη νοικοκυροσύνη των Κοζάκων για αυτό και τους σεβόντουσαν και τους θαύμαζαν πολύ.
Ιδιαίτερα οι Κοζάκοι γιατροί απέκτησαν ξεχωριστή φήμη στη Λήμνο.
Οι γιατροί είχαν δημιουργήσει ένα υπαίθριο νοσοκομείο για την περίθαλψη των πατριωτών τους, ενώ ταυτόχρονα φρόντιζαν και τους Γάλλους τραυματίες αλλά και το ντόπιο πληθυσμό.
Οι δυσκολίες πολλές, όμως οι Κοζάκοι δεν το έβαζαν κάτω. Διασκέδαζαν διοργανώνοντας συναυλίες στην πλατεία του χωριού Πορτιανού, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν. Τελούσαν επίσης θεία μυστήρια, όπως γάμους και βαφτίσια.
Από το Μάρτιο του 1920 έως και το Δεκέμβριο του1921[4],350 περίπου Ρώσοι πέθαναν στη Λήμνο. Ανάμεσα τους είναι 82 παιδιά. Οι πιο πολλοί ενταφιάστηκαν στο Πορτιανό, στη θέση Πούντα.29 άτομα ενταφιάστηκαν στο συμμαχικό νεκροταφείο στο Μούδρο.
Το 2004 μια ομάδα νέων, φίλοι της ιεράς σταυροπηγιακής μονής Novodevici[5] της Μόσχας, δημιούργησαν την ομάδα με την επωνυμία «Λήμνος» με σκοπό την αναζήτηση της τύχης των Κοζάκων που εξορίστηκαν στην Ελλάδα.
Η ομάδα αναζήτησε μέσα από τα αρχεία της Ρωσικής Πρεσβείας, την τύχη αυτών των ανθρώπων και κατάφερε μέσα από τα αρχεία να φτάσει στη Λήμνο.
Οι Ρώσοι ήρθαν στη Λήμνο, βρήκαν το νεκροταφείο των Κοζάκων, περιέφραξαν το χώρο κι έστησαν στο σημείο του νεκροταφείου, ένα μεγάλο άσπρο μαρμάρινο σταυρό.
Εκεί έστησαν και το αντίγραφο της εικόνας της «Παναγίας της Οδηγήτριας του Σμολένσκ[6]». Αριστερά και δεξιά του μνημείου τοποθετήθηκαν επιγραφές με τα ονόματα των νεκρών.
«Εδώ είναι ενταφιασμένοι πάνω από 350 άνθρωποι ,…στρατηγοί και απλοί κοζάκοι, ιερείς και γιατροί, μοναχές, υπουργοί, έμποροι, ζωγράφοι, αξιωματικοί, ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι, βουδιστές εκπρόσωποι σχεδόν όλου του φάσματος της παλιάς, χαμένης εκ μέρους μας Ρωσίας ...Όλοι έπεσαν θύματα της αδελφοκτόνας σφαγής, που ξέσπασε ως αποτέλεσμα δυο κρατικών πραξικοπημάτων το 1917» αναφέρεται στην επιγραφή, την οποία έστησαν στην είσοδο του μνημείου.

Ευαγγελία Χ.Λιάπη 


[1]Στο ρωσικό εμφύλιο συγκρούστηκαν ο Κόκκινος  στρατός, των μπολσεβίκων, υποστηρικτών του Λένιν και του Τρότσκι, εναντίον του λευκού στρατού . των Κοζάκων, υποστηρικτών του Ρώσου Αυτοκράτορα. Στο  πλευρό του λευκού στρατού είχαν συμμετάσχει και δύο ελληνικές μεραρχίες ως σύμμαχοι της Αντάντ.
[2]Ο στρατός του Βράγγελ είχε γύρω στις 15.000 με 20.000 στρατιώτες.
[3] Φοβόντουσαν να μπουν στη θάλασσα και να πιάσουν χταπόδια. Πίστευαν ότι τα χταπόδια μπορούσαν να τους σκοτώσουν.
[4]Από το Μάρτιο  του 1920 ως το Νοέμβριο του 1920 έχασαν τη ζωή του 130Ρώσοι και από το Νοέμβριο του 1920 έως το Δεκέμβρη του 1921 άλλα  292 άτομα. Εικάζεται  ότι κάποια επιδημία αποδεκάτισε τους Ρώσους  εξόριστους.
[5]] Η μονή αποκαλείται «Των Παρθένων» και είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο. Η μονή ανήκει στην πολιτιστική κληρονομιά της UNESCO.
[6]Σύμφωνα με την παράδοση, το 1046,ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ’  ο Μονομάχος, έδωσε την εικόνα της «Παναγίας της Οδηγήτριας» προίκα, στη κόρη του Πριγκίπισσα Αναστασία.Η Πριγκίπισσα Αναστασία νυμφεύτηκε τον ηγεμόνα του Τσερνίκωφ και έπειτα μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Βζέβολοντ Α’ Γιαροσλάβιτς. Η «Παναγιά η Οδηγήτρια του Σμολένσκ» θεωρείται πολύ θαυματουργή και εορτάζει στις 28 Ιουλίου.