Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

6 Οκτωβρίου 1912,Ήρταν γοι Έλλην



Την Παρασκευή  5 Οκτωβρίου του 1912, στις 10.00 το πρωί ο Υπουργός Ναυτικών Στράτος, ο Γενικός Επιθεωρητής Ναύαρχος Λ. Τώφνελ, ο Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος και ο Βασιλεύς Γεώργιος Α' της Ελλάδος επιβιβάζονται στο σημαιστολισμένο Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ, στο οποίο τελείται θεία λειτουργία κι αγιασμός για το κατευόδιο του στόλου.Είχε προηγηθεί η κήρυξη του πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας.
Μετά τον αγιασμό, ανακοινώνεται η  προαγωγή του Παύλου Κουντουριώτη σε Υποναύαρχο κι ο ορισμος του ως  Αρχηγός του Στόλου του Αιγαίου.Ακολούθησαν οι προσφωνήσεις των πολιτικών κι οι ευχές του Βασιλέως.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα πει απευθυνόμενος στον υποναύαρχο πλέον Παύλο Κουντουριώτη και στους 550 ναύτες του Αβέρωφ: «Η πατρίς αξιοί από υμάς όχι απλώς να αποθάνητε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήταν το ολιγώτερον. Αξιοί να νικήσετε».
Στις 13:30 το μεσημέρι ο ελληνικός στόλος ήταν έτοιμος να αποπλεύσει  από το Φάληρο με προορισμό το Μούδρο της Λήμνου.Ο υποναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης επέλεξε το λιμάνι του Μούδρο, επισημαίνοντας την καίρια θέση του λιμένος για να τον χρησιμοποιήσει ως  ναύσταθμο του ελληνικού στόλου.
Αναχωρώντας από το Φάληρο ο Παύλος Κουντουριώτης απέστειλε προς όλα τα πλοία του στόλου το ακόλουθο σήμα[1] :
«Η Α.Μ. ο Βασιλεύς στέλνει θερμάς ευχάς υπέρ της επιτυχίας του ιερού αγώνος μας. Αι δάφναι των ενδόξων πολέμων του Ελληνισμού πληρούσι πολλάς σελίδας της Ιστορίας και έχει ακράδαντον πεποίθησιν ότι ο ημέτερος στόλος σήμερον θα προσθέσει μίαν ένδοξον σελίδα εις την ιστορία του Ναυτικού».
Το Σάββατο 6 Οκτωβρίου του 1912,το πρωί ο  ελληνικός στόλος πλέει έξω από τον Άγιο Ευστράτιο.
Εκεί το αντιτορπιλικό «Βέλος», το οποίο ως ανιχνευτικό προπορευόταν του «Αβέρωφ» συνάντησε και συνέλαβε ένα Τούρκο χωροφύλακα[2] που έπλεε μέσα σε μια βάρκα με προορισμό τη Λήμνο.
Στις δυο το μεσημέρι το «Αβέρωφ» έφθασε στο Κάστρο της Λήμνου. Ο Παύλος Κουντουριώτης διέταξε και ήρθε στο πλοίο ο τούρκος Καϊμακάμης[3]. Όταν ο Κουντουριώτης του ζήτησε να παραδώσει το νησί της Λήμνου ο τούρκος Καϊμακάμης του απάντησε ότι αγνοούσε την κήρυξη του πολέμου.Γενικότερα ο Καιμακάμης προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο ευελπιστώντας  σε τουρκική βοήθεια.
Οι Λημνιοί μόλις είδαν το στόλο έξω από το  Κάστρο άρχισαν να φωνάζουν «Ήρταν γοι Έλλην'».
Οι Λημνιοί βλέποντας τα πλοία με την ελληνική σημαία, μπήκαν σε βάρκες[4] και έσπευσαν να υποδεχτούν το στόλο, ζητώντας να μάθουν για ποιό λόγο ο στόλος είχε έρθει στη Λήμνο.
Αδυνατούσαν να αποδεχτούν ότι μετά από τόσα χρόνια σκλαβιάς είχε φτάσει η ιερή ώρα της απελευθέρωσης του νησιού.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] ΗΩΠ: 051330/10/1912
[2] Θεωρήθηκε  ως ο πρώτος αιχμάλωτος των βαλκανικών πολέμων.
[3] Καϊμακάμης=Διοικητής,τοποτηρητής
[4] Στις βάρκες μπήκαν και πολλοί έμποροι οι οποίοι έσπευσαν να πουλήσουν στους ναύτες τσιγάρα και καπνό.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αγία Μελετινή και η μιαρά Γελλού



Ένας πανάρχαιος ελληνικός θρύλος σχετίζει τη μιαρά Γελλού[1] με το θάνατο νεογέννητων παιδιών.
Τα παλαιότερα χρόνια, η παιδική θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μήνες μετά τη γέννηση του βρέφους .
Επειδή λοιπόν υπήρχε τόσο μεγάλη  θνησιμότητα, η παράδοση είχε εφεύρει δεισιδαιμονίες οι οποίες σχετίζονται με τη μορφή της μιαράς Γελλούς.
Η Γελλού ήταν μια στρίγγλα, η οποία μισούσε τα παιδιά και αναφέρεται ότι εισχωρούσε κρυφά  στα σπίτια των νεογέννητων και τα  φόνευε.Συνήθιζε να τα πνίγει.
Η Γελλού δεν μισούσε όμως μόνο τα νεογέννητα αλλά ακόμα και τα έμβρυα και σε αυτή απέδιδαν τις αποβολές της εγκύου.
Ως διώκτες της μιαράς Γελλούς η παράδοση αναφέρει τον αρχάγγελο Μιχαήλ, τον Άγιο Αρσένιο, τον Άγιο Μάμαντα και τους  αγίους Σισίνιο, Σίνη και Σηνόδωρο, αδέλφια της αγίας Μελετινής[2].
Μια από τις παραλλαγές του «Περί της Γελλούς» σχετίζεται με την αγία Μελετινή.Σύμφωνα με κώδικα του 15ου αιώνα: «Επί της βασιλείας του Τραιανού του βασιλέως ήν τις γυνή Μελετινή, ήτις εγέννησεν παιδιά έξ(6) και συνέλαβεν αυτά η μιαρά και ακάθαρτος.... »
Αναφέρεται ότι η αγία Μελετινή είχε γεννήσει έξι παιδιά τα οποία όμως η Γελλού[3] κατάφερε και αφού μπήκε στην οικία της, να  τα φονεύσει
Έτσι, όταν έμεινε έγκυος, έκτισε υψηλό πύργο και εκεί γέννησε το έβδομο παιδί της, με τη βοήθεια των δώδεκα θεραπαινίδων της.
Η αγία Μελετινή φρόντισε να  αμπαρώσει τον πύργο και  δεν άφηνε κανένα να εισχωρήσει στον πύργο για να μη βλάψει το παιδί της.
Κάποια στιγμή, τα τρία αδέλφια της, οι άγιοι Σισίνιος, Σίνης και Σηνόδωρος ήρθαν να την επισκευτούν.
Η αγία Μελετινή δεν τους άνοιγε, ώσπου υπέκυψε στα παρακάλια τους.Τότε η μιαρά Γελλού βρήκε την ευκαιρία[4], εισχώρησε στον πύργο της αγίας και έπνιξε το παιδί της.
Η αγία άρχισε να κλαίει και να θρηνεί, λέγοντας στα αδέλφια της: « ουκ είπον υμίν ότι παιδίον εγέννησα και φοβούμαι ανοίξαι;» και τα αδέλφια της την παρηγόρησαν λέγοντας της: « μη λυπού αδελφή Μελετινή, ημείς γαρ εν ονόματι του Θεού γενόμεθα ως κυνηγοί  και κρατήσωμεν αυτήν».
Τότε τα αδέλφια της, αφού έκαναν προσευχή στο Θεό, έφυγαν για την περιοχή του Λιβάνου, εκεί όπου είχε καταφύγει η μιαρά.
Εκεί οι άγιοι συνέλαβαν τη Γελλού, η οποία τελικά ύστερα από βασανιστήρια επανέφερε στη ζωή τα παιδιά της αγίας Μελετινής κι αποκάλυψε τα ονόματα της στους διώκτες της αγίους.
Η λαική δεισιδαιμονία «Περί της Γελλούς»[5] ήταν ιδιαίτερα διεδομένη τα παλαιότερα χρόνια.Η παραλλαγή που αναφέρεται στην αρπαγή των τέκνων της αγίας Μελετινής και στην υπό των αγίων Σισινίου, Σίνη και Σηνόδωρου εξορκισμό της Γελλούς είναι ένα  υπέροχο αφηγηματικό κείμενο του οποίου η γλώσσα και η δομή  θυμίζει  εξόχως τα δημοτικά τραγούδια[6].
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

[1] De opinioribus Graecorum
[2] Άλλοτε αναφέρεται Μελιτηνή , Μελετινή ή Μελετινή.
[3] Αποκαλείται και Γυλλού.
[4] Η  Γελλού αναφέρεται ότι εισχώρησε στον πύργο μαζί με τα άλογα των αγίων ως μύγα και τα μεσάνυχτα φόνευσε το νεογέννητο.
[5] ή «Περί της Γυλλούς»
[6] Αυτό το οποίο θεωρείται αξιοσημείωτο είναι ότι σύμφωνα με τη λημνιακή παράδοση το λείψανο της αγίας Μελετινής στη Λήμνο το βρήκαν οι λημνιοί αδελφοί Σέργιος και Σεργώνας.

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Το 3 Γενικό Νοσοκομείο της Αυστραλίας στο Μούδρο




Η άφιξη των αδελφών νοσοκόμων στο Μούδρο

Το 3ο Γενικό Νοσοκομείο της Αυστραλίας, δημιουργήθηκε  ύστερα από αίτημα[1]  των Βρετανικών αρχών με σκοπό να περιθάλψει τους τραυματίες από την επιχείρηση στην Καλλίπολη.
Πρώτος διοικητής του νοσοκομείου υπήρχε ο ιταλικής καταγωγής  Thomas Henry Fiaschi, ένας εξαίσιος στρατιωτικός χειρουργός ενώ τον εξοπλιμό για τη σύσταση του νοσοκομείου προσέφερε ο Ερυθρός Σταυρός της Αυστραλίας κι αρκετοί ιδιώτες.
Στις 15 Μαΐου 1915, η νεοσυσταθής νοσοκομιακή[2]  αυστραλιανή μονάδα απέπλευσε με το πλοίο Mooltan από το  Σίδνεϊ, με  προρρισμό  το  Πλύμουθ της Αγγλίας.
Στις 27 Ιουνίου η μονάδα έφτασε στην Αγγλία και την 1η Ιουλίου της κοινοποιήθηκε η διαταγή να μεταβούν στο Μούδρο της Λήμνου για να περιθάλψουν τους τραυματιές από τις συγκρούσεις στην Καλλίπολη.
Στις 5 Αυγούστου του 1915 η ομάδα των αδελφών νοσοκόμων έφτασε στο Μούδρο.
Ο  εξοπλισμός όμως του Νοσοκομείου έφτασε με  το πλοίο Ascot αρκετές ημέρες αργότερα, στις 20 Αυγούστου.Ο εξοπλισμός αρκούσε για την εκτέλεση βασικών ιατρικών επεμβάσεων και ακτινογραφιών.
Στο Μούδρο γρήγορα  καθαρίστηκε ο χώρος και στήθηκαν οι σκηνές κοντά στο λιμάνι.
Στις 9 Αυγούστου[3], το  3ο Γενικό Νοσοκομείο της Αυστραλίας  λειτούργησε για πρώτη φορά στο Μούδρο με σαράντα αρχικά νοσοκόμες και γύρω στους 200 ασθενείς και  τραυματίες.
Από τον Αύγουστο και μετά το Μούδρο καθίσταται κέντρο ιατρικής περίθαλψης, συγκέντρωσης και υποδοχής αρρώστων και τραυματιών.
Οι περισσότεροι ασθενείς ήταν κυρίως τραυματίες μαχών και οι νοσοκόμες έπρεπε να φροντίσουν τα τραύματα τους.
Οι Αυστραλές νοσοκόμες στο Μούδρο έξω από το υπαίθριο νοσοκομείο
 Οι συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες.Οι Αυστραλές νοσοκόμες εκτός από τις πρώτες ημέρες που έμειναν στα πλοία στη συνέχεια έμεναν σε σκηνές όπως και οι ασθενείς τους ενώ οι Βρετανίδες και οι Καναδές είχαν εγκατασταθεί σε καλύβια.
Για να πλένουν τα ρούχα των ασθενών είχαν εγκαταστήσει υπαίθριο πλυσταριό σε μια άκρη του κόλπου του Μούδρου.
Το νερό το έπαιρναν από ένα πηγάδι που υπήρχε εκεί, χρησιμοποιώντας μεγάλες αντλίες για τν άντληση του νερού.
Υπεύθυνος ήταν ένας Αυστραλός δεκανέας.Για το πλύσιμο είχαν προσληφθεί είκοσι Λημνιοί[4], οι οποίοι έπλεναν τα ρούχα των ασθενών και τα κλινοστεπάσματα του νοσοκομείου.
Άναβαν φωτιά, ζέσταιναν  νερό και έπλυναν τα ρούχα.Στη συνέχεια τα άπλωναν σε σχοινιά τα οποία είχαν στήσει κατά μήκος του κόλπου του Μούδρου ή πάνω σε θάμνους.
Χριστούγεννα 1915
Ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δύσκολος.Φύσαγε, έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε.Ο αέρας[5] ήταν δυνατός και πολλές φορές παρέσυρε και διέλυε τις σκηνές του καταυλυσμού.Τα ξύλα ήταν ελάχιστα.Οι στρατιώτες κι οι ασθενείς προσπαθούσαν με το αλκοόλ να κρατηθούν ζεστοί.
Ο σηματωρός Ν.Κ. Χάρβεϊ γράφει στο ημερολόγιο του: «Ξύλα δεν είχαμε αρκετά , σε αντίθεση με το αλκοόλ, που υπήρχε άφθονο».
Για να εξυπηρετηθεί το νοσοκομείο κατασκευάστηκαν αποβάθρες, έγινε η πλακόστρωση του κεντρικού δρόμου και κατασκευάστηκε ένα μικρός υποτυπώδες σιδηρόδρομος.
Οι μεταφορές του προσωπικού του Νοσοκομείου γινόντουσαν κυρίως μέσω υποζυγίων.
Στις 7 Νοεμβρίου του 1915 ο Ιταλός διοικητής Thomas Henry Fiaschi αντικαταστάθηκε από τον Constantine De Crespigny, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Fiaschi ασθένησε σοβαρά.
Εξάλλου ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου του 1915 το Βρετανικό Πολεμικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει τον τερματισμό της εκστρατείας της Καλλίπολης και τη βαθμιαία εκκένωση.
Το 3ο Γενικό Νοσοκομείο της Αυστραλίας στο Μούδρο λειτούργησε μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου του 1916.Μέχρι τότε είχε προσφέρει φροντίδα και είχε περιθάλψει περί τους 7400 ασθενείς.
Εκδρομή στα Θέρμα.23 Ιανουαρίου 1916
Οι νοσοκόμες που υπηρετούσαν στο Μούδρο παρά τις δύσκολες συνθήκες που ζούσαν ερωτεύονταν, απολάμβαναν τα ηλιοβασιλέματα, κατέγραφαν με τις φωτογραφικές τους μηχανές τα τοπία και τους κατοίκους, την καθημερινότητα τους, διοργάνωναν μικρές εορτές, συναυλίες καθώς κι εκδρομές στα διάφορα χωριά της Λήμνου.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



[1] Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος είχε δώσει την άδεια του, ευελπιστώντας ότι η κατάληψη των Δαρδανελλίων θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεκδίκηση της Κωνσταντινούπολης.
[2] Οι νοσοκόμες που προσέφεραν τη βοήθεια τους στη Λήμνο ήταν 96.Σύμφωνα με όσα σημειώνει η  αδελφή νοσοκόμα Anne Donnell, στο προσωπικό της ημερολόγιο οι  στολές τους ήταν ιδιαίτερα βαρίες ενώ επικρατούσε αφόρητη ζέστη καθ'όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.

[3] Η  προισταμένη νοσηλεύτρια του  3ο Γενικό Νοσοκομείο της Αυστραλίας    Matron Wilson σημειώνει στο ημερολόγιο της σχετικά με τις πρώτες ημέρες στο Μούδρο.Οι πρώτες ημέρες υπήρξαν ιδιαίτερα δύσκολες γιατί δεν είχε φτάσει ο εξοπλισμός του νοσοκομείου.
 9 Αυγούστου 1915- Οι  σχεδόν 150 ασθενείς κείτονταν στο έδαφος και  ανεξάρτητα από τον εξοπλισμό δεν είχαν νερό να πιουν ή να πλυθούν.
10 Αυγούστου  1915- Ακόμα δεν έχουμε νερό... χθες βράδυ χρησιμοποιήσαμε όλα τα προσωπικά μας είδη όπως  σαπούνι κλπ, ενώ σχίζαμε τα  ρούχα μας σε λωρίδες για να τα χρησιμοποιήσουμε για  επιδέσμους.
11 Αυγούστου1915 -Έφτασαν άλλοι 400, ο εξοπλισμός όμως δεν έχει ακόμα φτάσει...οι άνδρες κείτονται ακόμα στο έδαφος.Τους δώσαμε ένα ποτό για να τους τονώσουμε...

[4] Όσο αφορά τους Λημνιούς έτσι όπως τους έβλεπαν οι Αυστραλοί να κυκλοφοράνε μες το κρύο ξυπόλητοι και τυλιγμένοι σε παλτά που είχαν φτιάξει από δέρματα προβάτων, τους φάνταζαν πολύ παράξενοι. Σημειώνει ο Αυστραλός  στρατιώτης Τ.Α. Μάιλς για του Λημνιούςς: «Οι κάτοικοι του νησιού ζουν σε πρωτόγονες συνθήκες. Έχουν μικρά σπίτια και αρκετοί από τους άνδρες φορούν προβιές αρνιών και περπατούν ξυπόλυτοι ή φορούν σκληρά παπούτσια».

[5] Η αδελφή νοσοκόμα Louise Young αναφέρει  χαρακτηριστικά "Δεν  πέρασε μέρα ή νύχτα που από τον αέρα να μην κατέρευσε  κι από μια σκηνή"