Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

«Στο Χριστό,στο Κάστρο»



Παρῆλθεν ὀλίγη ὥρα· ὁ ἱερεὺς ἀργὰ-ἀργὰ ἐμβῆκεν εἰς τὴν λειτουργίαν, ἐλπίζων νὰ ἤρχοντο ἐν τῷ μεταξὺ καὶ οἱ ἀπόντες. Ἀλλ᾽ ἡ λειτουργία προυχώρει, καὶ ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο. Τέλος, εἰς τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ», ἐπέστρεψαν πρῶτοι οἱ τελευταῖοι ἐξελθόντες πρὸς ἐπισκόπησιν, εἶτα εἰσῆλθεν ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ οἱ μετ᾽ αὐτοῦ καταβάντες εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ μετ᾽ αὐτὸν τρεῖς ἄγνωστοι μὲ ναυτικὰ ἐνδύματα καὶ μὲ κηρωτοὺς ἐπενδύτας. Ἔφθασαν ὅλοι ἀκριβῶς ὅπως ἀσπασθῶσι τὰς εἰκόνας καὶ λάβωσι τὸ ἀντίδωρον.
Ἐνῷ ὁ κὺρ Ἀλεξανδρὴς ἀνεγίνωσκε τὸ «Εὐλογήσω τὸν Κύριον», οἱ ἄνδρες ἐξηγοῦντο ταπεινῇ τῇ φωνῇ τὰ συμβάντα. Τὸ ἐξοκεῖλαν πλοῖον ἦτο τὸ γολετὶ τοῦ καπετὰν Κωσταντῆ τοῦ Λημνιαραίου, αὐτοπροσώπως παρόντος ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος, ἀνὴρ μεσῆλιξ, βραχὺς τὸ σῶμα, μὲ ἁδρὸν μύστακα, διηγεῖτο τὰ ἑξῆς: Πρὸ δύο ἡμερῶν ἦτο προσωρμισμένος εἰς τὴν Δάφνην, τὸν μεσημβρινὸν ὅρμον τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλ᾽ ὁ βοριὰς τὸν ἐξούριασε*, αἱ ἁλυσίδες τῶν ἀγκυρῶν του ἐκόπησαν ὑπὸ τῆς βίας τοῦ ἀνέμου, καὶ παρεσύρθη διὰ μιᾶς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις του νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὸν Κωφόν, τὸν γνωστὸν ὅρμον τῆς Συκιᾶς, τοῦ μεσαίου λαιμοῦ τῆς Χαλκιδικῆς, ὅπου ἅμα εἰσπλεύσῃ τις δὲν βλέπει πλέον πόθεν εἰσέπλευσεν, ἀλλ᾽ ὅπου δυσκόλως εἰσπλέει τις. Ὁ ὅρμος ὁμοιάζει μὲ λίμνην μεσόγειον, μὴ ἔχουσαν ὁρατὸν στόμιον, τόσον εἶναι ἀσφαλής. Καὶ τὸ γολετὶ ξυλάρμενον* μετὰ ματαίας προσπαθείας, παρεσύρθη ὑπὸ τῆς τρικυμίας πρὸς τὰς νήσους, ὅπου τὴν νύκτα ἐκείνην τῶν Χριστουγέννων, οἱ ἀγωνιῶντες ναυβάται εἶδον ἔξαφνα φῶς, ὡς φάρον ὁδηγοῦντα αὐτούς, τοὺς πυρσοὺς οὓς εἶχον ἀνάψει ἔμπροσθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Χριστοῦ οἱ τραχεῖς αἰπόλοι. Ὁ πυρσὸς ἐκεῖνος ἐφάνη πρὸς αὐτοὺς ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα, ὡς νὰ ἐθερμαίνοντο περὶ αὐτὸν ἀγραυλοῦντες οἱ ποιμένες ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούσαντες τὸ Δόξα ἐν ὑψίστοις. Ἐπλησίασαν φερόμενοι μᾶλλον ἢ πλέοντες πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, καὶ τότε ἐκινδύνευσαν νὰ κατασυντριβῶσιν εἰς τοὺς βράχους τοῦ Κουρούπη. Εὐτυχῶς, δι᾽ ἐπιτηδείου χειρισμοῦ ἀπέφυγον τὴν καταστροφήν, κ᾽ ἐκάθισαν τὸ σκάφος εἰς τὰ ρηχά, ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅπου τόσον καλὰ ἦτο ἐξησφαλισμένον, ὅσον δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι μὲ τὰς δύο ἀγκύρας του, τὰς μεινάσας ὡς ὁμήρους εἰς τὸν βυθὸν τοῦ ὅρμου τῆς Δάφνης.
Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμήθησαν νὰ σφάξωσι καὶ ψήσωσι δύο τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δύο ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἁλατισμένα· καὶ ὁ καπετὰν Κωσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολετί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν, ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπωθήσῃ πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβίβασε δύο ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καὶ ἓν καλάθιον μὲ αὐγὰ καὶ κασκαβάλι τῆς Αἴνου, καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία. Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Τὴν νύκτα ἐκοιμήθησαν ἐν μέσῳ ἀφθόνων πυρῶν, μὲ ἀρκετὰ δὲ σκεπάσματα καὶ καπότες, ὅσα καὶ οἱ ἐκ τῆς πολίχνης πανηγυρισταὶ εἶχαν φέρει μεθ᾽ ἑαυτῶν, καὶ οἱ αἰγοβοσκοὶ εἶχαν εἰς τὸ Κάστρον, καὶ ὁ ἐκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης ἐκόμισεν ἀπὸ τὸ πλοῖόν του.
Τὴν ἐπαύριον ὁ ἄνεμος ἐκόπασε, τὸ ψῦχος ἠλαττώθη πολύ, κ᾽ ἐπωφελούμενοι τὴν ἀνακωχὴν τοῦ χειμῶνος, ἀπεφάσισαν ν᾽ ἀπέλθωσιν. Ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς καὶ ὁ υἱός του μετὰ δύο ἄλλων βοηθῶν ἐπανῆλθον εἰς τὴν μικρὰν ἀμμουδιὰν ὑπὸ τὰ Μποστάνια, καθείλκυσαν τὴν λέμβον, ἐπέβησαν αὐτῆς, καὶ κάμψαντες τὸ Κάστρον, τὴν ἔφεραν ἀπὸ Σοφρὰν εἰς τὸ βορειανατολικὸν μέρος. Τῇ βοηθείᾳ τῆς δυνατῆς βάρκας τοῦ μπαρμπα-Στεφανῆ καὶ τῆς μικρᾶς φελούκας τοῦ Λημνίου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δὲν ἐβράδυναν νὰ ξεκαθίσωσιν ἀπὸ τὴν ἄμμον τὸ γολετί, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε πάθει τίποτε, ἀλλ᾽ ἐφαίνετο ὡς μαλακῶς πλαγιασμένον καὶ ἀναπαυόμενον κατόπιν πολλῶν κόπων. Καὶ ἀποχαιρετίσαντες τοὺς αἰπόλους, ἐπεβιβάσθησαν οἱ μὲν εἰς τὸ γολετί, οἱ δὲ εἰς τὴν βάρκαν, πότε ρυμουλκουμένην, πότε ρυμουλκοῦσαν, καὶ μὲ ἱστία καὶ μὲ κώπας πλέοντες, διὰ τῆς βορειανατολικῆς ὁδοῦ τὴν φορὰν ταύτην, ὡς συντομωτέρας καὶ εὐπλοωτέρας εἰς τὴν κάθοδον, ἔφθασαν αἰσίως εἰς τὴν πολίχνην.

Απόσπασμα από το χριστουγεννιάτικο διήγημα «Στο Χριστό,στο Κάστρο» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Οι Καλ’κατζάρ ή τα καλικατζαράκια



Οι καλικάτζαροι σύμφωνα με την ελληνική παράδοση είναι μικρά τερατάκια, κακομούτσουνα, στραβοπόδαρα, μαυριδερά, τριχωτά, με κόκκινα μάτια, πεταχτά αυτιά κι ουρά.
Είναι ιδιαίτερα ευκίνητοι και τους αρέσει πολύ η φασαρία.Το καθένα όμως διαθέτει κι από ένα ξεχωριστό ελάττωμα.Συνήθως φορούν βρώμικα ρούχα.
Ζουν στα έγκατα της γης. Σκοπός της ύπαρξης τους είναι να καταστρέψουν τη γη και τους ανθρώπους.Ευτυχώς όμως είναι χαζά,φιλόνεικα και διχόγνωμα κι έτσι η ανθρωπότητα μια χαρά τα καταφέρνει και κάθε χρόνο επιβιώνει.Τα καλικατζαράκια δεν μπορούν ποτέ να ολοκληρώσουν μια δουλειά,γιατί ποτέ δεν υπάρχει ομοφωνία.
Στα έγκατα της γης τα καλικατζαράκια  πριονίζουν το τεράστιο δένδρο που στηρίζει τη γη.Την παραμονή των Χριστουγέννων κι ενώ έχουν σχεδόν ολοκληρώσει το έργο τους, ανεβαίνουν στη γη  για να τη δουν να γκρεμίζεται  και να γιορτάσουν τη νίκη τους.Όταν ανέβουν στη γη η κύρια νυχτερινή τους απασχόληση είναι να περιπαίζουν τους ανθρώπους, να κάνουν ζημιές και να τρώνε γλυκά.Ιδιαίτερα αδυναμία τρέφουν κυρίως προς τα ξερά σύκα.
Πάνω στη γη διαμένουν μόνο κατά τη διάρκεια του δωδεκαημέρου[1].
Αγαπημένα τους μέρη είναι τα ποτάμια, τα γεφύρια, οι  μύλοι και τα τρίστρατα[2].Ο καλικάτζαροι κυκλοφορούν μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας.Μόλις ακουστεί το τρίτο λάλημα του πετεινού, εξαφανίζονται.
Συνήθως μπαίνουν στα σπίτια από τις καμινάδες  κι από  τις κλειδαρότρυπες.
Παλαιότερα οι νοικοκυρές για να ξεγελάσουν τα καλικατζαράκια κρεμούσαν στην εξώπορτα του σπιτιού ένα κόσκινο.Τα καλικατζαράκια καταγίνονταν με το να μετράνε τις τρύπες του κόσκινου ώσπου τους έβρισκε το ξημέρωμα και σαν  άκουγαν το λάλημα του πεπεινού,εξαφανίζονταν.
Φοβόντουσαν ιδιαίτερα το σταυρό[3],τον αγιασμό και τη φωτιά.Για αυτό το λόγο οι νοικοκυρές ράντιζαν το σπιτικό τους με  αγιασμό και διατηρούσαν τη φωτιά αναμένη στο τζάκι.
Παραμονή των Φώτων οι λημνιές νοικοκυρές συνήθιζαν να φτιάχνουν τις μαρμαρίτες[4].Τηγανίτες δηλαδή τις οποίες έψηναν πάνω σε πέτρινες πλάκες και καθώς τις έψηναν, στο ζυμάρι σχηματίζονταν τρύπες, τις οποίες έλεγαν στα παιδιά ότι τις έκαναν τα καλικατζαράκια.
Την αποχώρηση των καλικατζάρων ύστερα από τον αγιασμό των υδάτων, την γιόρταζαν στη Λήμνο με το έθιμο των  "μπαντατζούδων" που αναπαραστά το φευγιό των καλικαντζάρων.
Τα Φώτα, άνδρες φορώντας προβιές ζώων, κουδούνια κι έχοντας βαμμένα  τα πρόσωπα τους με μαύρη μπογιά μεταμφιέζονται σε καλικάτζαρους.
«Φεύγετε και φεύγουμε
Να ο παπάς με το σταυρό
Κι η παπαδιά με το δαυλό».
Οταν ο ιερέας θα αγιάσει  τα ύδατα, οι καλικάτζαροι θα επιστρέψουν στον κάτω κόσμο.Εκεί όμως θα βρουν το δένδρο ακέραιο και θα  ξαναρχίζουν το πριόνισμα απ' την αρχή.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Οι δώδεκα ημέρες που μεσολαβούν από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα
[2] Στα τρίστατα παλαιότερα οι άνθρωποι σχημάτιζαν στο χώμα το σύμβολο του σταυρού για να μην πλησιάζουν τα καλικατζαράκια.
[3] Οι Λημνιοί πίστευαν πως ο Κύριος τους είχε συμβουλέυσει να προσέχουν πολύ κατά τη διάρκεια του δωδεκαημέου και τα παλαιότερα χρόνια αυτή την περίοδο την πρόσεχαν ιδιαίτερα.
[4] Ζ’μώνουμ’ ζ’μάρι με νερό και με τον αγιασμό κ’έπειτα τ’ ανελούμε καλά πυρώνουμ’ το πλακί (πέτρα) και το βάζουμ’ στην πυρουστιά και φωτιά πολλή αποκάτ’ και χύνουμ’ με το κουτάλ’ αργιά αργιά και γίνουνται τρυπίτσες. Και λέμε στα παιδιά, ότι έρχονται Καλλ’καντζάρ’ και τις τρυπούν.