Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο τελευταίος Παλαιολόγος










-Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα,
ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο, να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα ;

-Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
πα να γενώ εκατό χρονώ, κι' ακόμα το θυμούμαι,
σαν νάταν χτες μονάχα.
Στην Πόλη, στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου,
είν' ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν παλάτι,
σαν άγιο παρακκλήσι;
Κανένας Τούρκος δεν μπορεί να κρατηθή κοντά του,
κανείς της σιδερόπορτας ναύρη το μονοπάτι,
να πα να το μηνύση.
Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας που το ξέρει,
περνά π' αυτού κρυφά κρυφά και τον σταυρό του κάνει
με φόβο και μ' ελπίδα.
Έτσι κι' εγώ, βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι,
επήγα και προσκύνησα. Και εδ' αυτού μ' εφάνη-
Όχι μ' εφάνη ! Είδα :
Μέσ' στο σκοτάδι το βαθύ έν' άστρο, σαν λυχνάρι,
σαν μία φλόγα μυστική, απ' τον Θεό αναμμένη.
γαλάζια λάμψι χύνει.
Και φέγγει την λευκόχλωμη του Βασιλέως χάρι,
που με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένος μένει
στην αργυρή του κλίνη.

-Απέθανε, γιαγιά ;

-Ποτέ, παιδάκι μου ! Κοιμάται,
κοιμάται μόνο ! Την χρυσή κορώνα στο κεφάλι,
το σκήπτρο του στο χέρι.
Και, σαν παληοί του σύντροφοι, πιστοί του
παραστάται, στα στήθη τ' ο Σταυραετός, στα πόδια του
προβάλλει δικέφαλο Ξαφτέρι.
Επάν' απ' το κεφάλι του, η ασπίδα παραστέκει,
κι' εκεί που το χρυσόπλεκτο, το ψηφωτό ζωνάρι
την μέση του κατέχει,
σαν αστραπή π' απέμεινε χωρίς αστροπελέκι,
ζερβιά, ως κάτου κρέμεται τ' αστραφτερό θηκάρι-
μέσα σπαθί δεν έχει !

-Γιατί, γιαγιά; Πού είναι το;

-Βαμμένο μέσ' στο αίμα,
ακόμ' ως τώρα βρίσκεται σ' ενός αγγέλου χέρι,
στον ουρανό επάνου. . . .
Ήτανε τότε που η Τουρκιά την Πόλην επολέμα.
Μέσα μια φούχτα ελεύθεροι, απ' έξω μύριο ασκέρι,
οι σκλάβοι του Σουλτάνου.
Κι' ο Μωχαμέτ ο ίδιος του πα στ' άγριο του άτι
-Δός μου της Πόλης τα κλειδιά! του Κωνσταντίνου κράζει,
και το σπαθί σου δος μου !
-Έλα και πάρ' τα! λέγ' αυτός, του Τούρκου του μουχτάτη
Εγώ δεν δίνω τίποτε! Τίποτ' ενόσω βράζει
μια στάλλα γαίμα εντός μου !-
Κι' επρόβαλαν τα λάβαρα, κι' αρχίνησεν η μάχη !
Σαράντα μέραις πολεμούν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιούνται και χτυπούνε,
οι Τούρκοι σαν τα κύματα κι' οι Χριστιανοί σαν βράχοι.
Κι' ούτε των Φράγκων προδοσιαίς, ούτε των φλάρων δίχτυα
τον Βασιλέα σειούνε.
Απ' ταις σαράντα κι' ύστερα Θεός τον παραγγέλλει.
-Για του λαού τα κρίματα, είναι γραφτό να γείνη,
προσκύνα τον Σουλτάνο !-
Μ' αυτός, το χέρι στο σπαθί, πεισμόνεται, δεν θέλει !
-Πριν μπρος σε Τούρκο τύραννο το γόνατό μου κλίνη,
πες κάλλιο ν' αποθάνω !-
Έξ' απ' το κάστρο χύνεται με σπάθα γυμνωμένη,
και σφάζει Τούρκων κατοσταίς κι' αγαρινών χιλιάδες-
Εκείνος κι' ο στρατός του.
Μα ήτ' ολίγος ο στρατός, κι' οι πρώτοι λαβωμένοι !
Έπεσαν τ' αρχοντόπουλα έφυγαν οι Ρηγάδες,
κι' απέμεινεν ατός του.
Όσο τον ζώνουν τα σκυλιά, τόσο χτυπά και σφάζει,
σαν πληγωμένος λέοντας, σαν τίγρη της ερήμου,
που τα παιδιά της σκώσουν.
Μα κει του πέφτει τ' άλογο ! Και πέφτ' αυτός και κράζει.
-Δεν βρίσκετ' ένας Χριστιανός να πάρ' την κεφαλή μου,
πριν παν και με σκλαβώσουν;-
Μια τρίχα και τον σκότωνεν Αράπικη λεπίδα !
Μα δεν το ήθελ' ο Θεός. Δεν ήθελε ν' αφίση
των Χριστιανών το Γένος
αιώνια δίχως βασιλιά κι' ελευθεριάς ελπίδα.
Γι' αυτό προστάζ' έν' άγγελο να πα να τον βοηθήση,
σαν ήταν κυκλωμένος.
Κι' αυτός τον Μαύρο λακπατά, τον Βασιλέ γλυτώνει.
το κοφτερό του το σπαθί του παίρν' από το χέρι,
τους Τούρκους διασκορπίζει.
Πα στα λευκά του τα φτερά τον Βασιλέα σκώνει,
μέσ' στο πλατύ το σπήλαιο, που σ' είπα, τόνε φέρει,
κι' εκεί τόνε κοιμίζει.-

-Και τώρα πια δεν ειμπορεί, γιαγιάκα, να ξυπνήση;

-Ω βέβαια ! Καιρούς καιρούς, σηκώνει το κεφάλι,
στον ύπνο τον βαθύ του,
και βλέπ' αν ήρθεν η στιγμή, πώχ' ο Θεός ορίσει,
και βλέπ' αν ήρθ' ο άγγελος για να του φέρη πάλι
το κοφτερό σπαθί του.

-Και θάρθη, ναι, γιαγιάκα μου;

-Θάρθη, παιδί μου, θάρθη.
Και όταν έρθη, τι χαρά στην γη, στην οικουμένη,
σ' όποιους θα ζούνε τότε !
Διπλό, τριπλό θα πάρουμεν αυτό που μας επάρθη,
κι' η Πόλη, κι' η Αγιασοφιά δική μας θένα γένη.

-Πότε, γιαγιά μου ; Πότε ;

-Όταν τρανέψης, γυόκα μου, κι' αρματωθής και κάμης
τον όρκο στην Ελευθεριά, συ κι' όλ' η νεολαία,
να σώσετε την χώρα.
Τότε θε νάρθ' ο άγγελος κι' αγγελικαί δυνάμεις,
να μπούνε, να ξυπνήσουνε, να πουν στον Βασιλέα,
πως ήλθε πια η ώρα !
Κι' ο Βασιλές θα σηκωθή, την σπάθα του θα δράξη,
και, στρατηγός σας, θε να μπη στο πρώτο του βασίλειο
τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα, χτύπα θα τον πα μακρά να τον πετάξη,
πίσω στην Κόκκινη Μηλιά, και πίσ' από τον ήλιο,
που πια να μη γυρίση !

 Γεώργιος Βιζυηνός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου