Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

H Αγία Μελιτινή


Η Αγία Μελιτινή[1], σύμφωνα με τον ανώνυμο συναξαριστή έζησε στη Μαρκιανούπολη[2] της Θράκης, στα χρόνια της βασιλείας του Αντωνίνου (138-161μ.Χ.).
Η Μελιτινή, επειδή κήρυττε το Ευαγγέλιο, συνελήφθη από τον Αντίοχο, άρχοντα της πόλης, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πιο σκληρούς πολέμιους των χριστιανών.
Ο Αντίοχος προσπάθησε, να την κάνει, να αλλάξει πίστη αλλά δεν τα κατάφερε. Αντί να αλλαξοπιστήσει, η Αγία Μελιτινή κατάφερε, να διδάξει το Ευαγγέλιο και να κάνει χριστιανή την σύζυγο του Αντιόχου.
Όταν το έμαθε ο Αντίοχος, τις αποκεφάλισε και τις δυο.
Κάποιος ευσεβής χριστιανός ο Ακάκιος, πήρε το ιερό λείψανο της μάρτυρος[3], με σκοπό να το μεταφέρει στην πατρίδα του και στην συνέχεια να χτίσει ναό προς τιμή της Αγίας, για να στεγάσει το άγιο λείψανο της.
Κατά το θαλάσσιο όμως ταξίδι ο Ακάκιος αρρώστησε και πέθανε.
Tο πλοίο προσορμίστηκε και έδεσε σε κάποιο ακρωτήριο της νήσου Λήμνου.[4]
Εκεί οι ναυτικοί και οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ενταφίασαν το λείψανο της Αγίας μάρτυρος και δίπλα στον τάφο της, ενταφίασαν και το φιλομάρτυρα Ακάκιο.
Αυτός είναι ο βίος της Αγίας Μάρτυρος Μελιτινής η οποία εκοιμήθει στη Θράκη και ένας πιστός και καλός χριστιανός θέλησε να την τιμήσει και την πήρε μαζί του, γιατί είχε δει πολλά θαύματα της Μάρτυρος.
Ο Θεός όμως σχεδίασε διαφορετικά.
Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει για τον τάφο της Αγίας είναι η αναφορά στο μηνολόγιο του Βασιλείου του Β του 11 αιώνα.
Ο τάφος της Αγίας Μελιτινής και του Ακάκιου δεν βρέθηκαν ποτέ.
Ούτε γνωρίζουμε το σημείο ή το μέρος ενταφιασμού τους. 
Κάποιοι υποστηρίζουν πως πιθανόν να ενταφιάστηκε κοντά στην αρχαία Ηφαιστεία άλλοι στο Φακό.
Πιθανότερη όμως εκδοχή είναι η Αγία μάρτυς Μελιτινή να ενταφιάστηκε στο ακρωτήρι του Αγίου Σώζοντος.
Το 1321 στο Μ.Μ. «Acta…”,τ.1 εγγ. No 52 αναφέρεται, «...του Σκανδάλη ή Σκανδαλού, τα χωριά Βυσσίνου κοντά στην Αγία Μελιτινή.»
Προφανώς αναφέρεται στην Φυσίνη. Επομένως κοντά στην Φυσίνη ήταν και η Αγία Μελιτηνή. 
Ο Άγιος Σώζων είναι πάλι πολύ κοντά στη Φισίνη και επιπλέον είναι ακρωτήρι. 
Τα παλιά χρόνια εκεί υπήρχε κάποιο μοναστήρι.
Αυτό το μαρτυρούν τα κελιά που υπάρχουν κοντά στο ναΐσκο.
Κάποιες εικασίες αναφέρουν, πως στο σημείο που είναι σήμερα ο ναός, υπήρχε το μοναστήρι της Αγίας Μελιτινής.
Με τα χρόνια παραμελήθηκε και ερημώθηκε.
Κάποιοι ναυτικοί, οι οποίοι κινδύνεψαν εξαιτίας μιας θαλασσοταραχής αλλά κατάφεραν να σωθούν, βγήκαν στην παραλία και αντικρίζοντας τα ερείπια του μοναστηριού και θέλοντας να αποδώσουν ευχαριστίες για την σωτηρία τους στην θεία επέμβαση, υποστήριξαν, πως τους έσωσε ο Άγιος του τόπου.
Ο άγνωστος Άγιος του παλιού μοναστηριού, ο Άγιος που σώζει, όσους κινδυνεύουν  και έτσι τον ονόμασαν «Άγιο Σώζω».
Η αλήθεια είναι, πως η Αγία μάρτυς Μελιτινή, ποτέ δεν θέλησε, να μαθευτεί ο τάφος της, για αυτό και ποτέ δεν εντοπίστηκε.
Η μνήμη της εορτάζεται στις 16 Σεπτεμβρίου. 
Τη αυτή ημέρα μνήμη της μάρτυρος Μελιτινής.
Με το όνομα «Μελιτίνη» όμως υπήρχε και βυζαντινή πόλη, η οποία μάλιστα ήταν κέντρο του μονοφυσιτισμού και στην οποία μαρτύρησαν οι τριάκοντα Άγιοι Μάρτυρες[5] 
.Η πόλη σήμερα ονομάζεται Μαλάτεια και βρίσκεται στην Ανατολική Τουρκία. Στα κουρδικά η πόλη όμως ακόμα και σήμερα αποκαλείται Meleti.
Ενώ ένα ακόμα Θεοτοκονύμιο είναι κι η Παναγιά η Μελετινή κι αναφέρεται σε κάποια εικόνα της Θεοτόκου που βρέθηκε ανάμεσα στο φυτό μελετινή.
Το φυτό Μελετινή είναι ένα βότανο.
Ο ποιητής Βαλαωρίτης αναφέρει χαρακτηριστικά στο "Φωτεινό"« επρασίνιζε...το μύρτο, τ` αγιόκλημα, η μελετινή».
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Συχνά τη συναντάμε ως Μελητινή ή Μελετινή.
[2]Στη Ντέβνα της Βουλγαρίας.Την εποχή του Αντωνίνου η Μαρκαινούπολη ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας Μοισίας
[3] Ανεξήγητο θεωρείται το γεγονός ότι ο Ακάκιος ,ο οποίος ήταν από την Μακεδονία  για να επιστρέψει στην πατρίδα του από τη Θράκη που βρισκόταν, επέλεξε ένα θαλάσσιο ταξίδι. Παράξενη σύμπτωση πρέπει να θεωρηθεί και ότι  το λείψανο της Αγίας Ευφημίας, η οποία τιμάται την ίδια μέρα στις 16 Σεπτεμβρίου, προσώκειλε στην Λήμνο.
[4] Μηνολόγιον Βασιλείου Β’,φ.42 (11ος αι.)
[5] Στις 7 Νοεμβρίου, η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των Αγίων Τριαντατριών Μαρτύρων «των εν Μελιτίνη».Τα ονόματα των Αγίων Αυτών Ματρύρων είναι: Ιέρων, Νίκανδρος, Ησύχιος, Βαράχος, Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξαντικός Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος  Ουΐκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και άλλος Ιέρων.

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Ο Μουσταφάς, ο αδελφός του Μωάμεθ του Α’ και η διαμονή του στη Λήμνο




O αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος και ο Σουλτάνος  είχαν συνάψει μια μυστική συμφωνία.
 Σύμφωνα με αυτή ο  αιχμάλωτος των Βυζαντινών και αδελφός του Σουλτάνου Μωάμεθ[1],  ο Μουσταφά ο οποίος είχε συλληφθεί στη Θεσσαλονίκη, έπρεπε να περιορισθεί στη νήσο Λήμνο μαζί με τους τριάκοντα συνοδούς του και να μην αφεθεί ελεύθερος όσο ήταν εν ζωή ο Σουλτάνος.
 Ο Σουλτάνος αναλάμβανε να πληρώνει για τη διαμονή και διατροφή του Μουσταφά και των συνοδών του 300.000 άσπρα.
 Δυστυχώς όμως ο Σουλτάνος πέθανε ξαφνικά, κατά τη διάρκεια κυνηγίου στην Αδριανούπολη το 1421.
Ο θάνατος του κρατήθηκε μυστικός για  40 ημέρες περίπου, ώσπου ο Μουράτ ο διάδοχός του να μετέβει στη Προύσα.
 Στη Προύσα  μεταφέρθηκε κι ετάφη ο Μωάμεθ Α’ κοντά στο Πράσινο Τζαμί.Το είχε ο ίδιος χτίσει καιρό πριν  για το σκοπό αυτό. 
Όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του Μωάμεθ Α’ ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου προσπάθησε να αντιτάξει ως  διάδοχο του θρόνου και αντίπαλο του Μουράτ, τον Μουσταφά αλλά δεν τα κατάφερε.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



[1] Ο Μωάμεθ Α΄ ή Μεχμέτ Τσελεμπή , ή Μεχμέτ Γκιουρεστζή  (τουρκ.: Mehmed Çelebi, Οθ. τουρκ: چلبی محمد‎13881421) ήταν ο μικρότερος γιος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ. Με δόλο κατάφερε να διαδεχτεί τον πατέρα του αφού εξόντωσε πρωτύτερα τα αδέλφια του.

Ο πειρατής Kara Tornus και η Λήμνος


O Kara Tornus [1]ήταν Tούρκος πειρατής, αδελφός του Kara Hasan. Ο  Kara Tornus υπήρξε ο μεγαλύτερος πειρατής του Αιγαίου Πελάγους.
Φόβος και τρόμος των Λημνιών, των Βενετών αλλά και του Σουλτάνου.
Ο Kara Tornus,  το 1498, με δυο πλοία κατέλαβε τη Λήμνο και άρπαξε από τις αποθήκες όσο σιτάρι και τυρί βρήκε.
Επιπλέον άρπαξε και δυο ψαράδικες βάρκες με 7 άνδρες. Ένας από τους επτά Λημνιούς κατάφερε όμως  και ξέφυγε και στη συνέχεια βρήκε καταφύγιο στη Χίο. Εκεί ειδοποίησε για την πειρατεία και στη συνέχεια του έγινε πρόταση και κατατάχτηκε στο στρατό του Σουλτάνου.
Στα 1500 ο Kara Tornus βρίσκεται για ακόμα μια φορά στη Λήμνο και τη λεηλατεί.
Αυτή τη φορά συνεργάζεται με έναν άλλο διάσημο πειρατή του Αιγαίου τον Chablasi και από κοινού πολιόρκησαν τη Λήμνο.
Συνολικά σε αυτή την επιχείρηση συμμετείχαν  10 πλοία.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



[1]Ο  Kara Tornus είναι το ίδιο πρόσωπο με τους  Charatormis, ή Karadormis, ή Kara Borno, ή Caradromis.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

Σιδιόνι


Το Σιδιόνι είναι ένα τοπωνύμιο του χωριού Καμίνια της Λήμνου.Την ονομασία Σιδιόνι συναντάμε για πρώτη φορά στον Όμηρο.
Ο Όμηρος αναφέρει πως οι Σινδόνες πέρασαν κάποτε από το νησί και έδωσαν δώρο ένα χρυσό κρατήρα στο βασιλιά Θόαντα για την άδεια ελλιμενισμού τους στη Λήμνο. 
Τον ίδιο κρατήρα ο εγγονός του και γιος του Ιάσονα και της Υψιπύλης ,ο Εύηνος ή Εύνηος τον έδωσε στον Πάτροκλο, για να εξαγοράσει τον Τρώα Λυκάονα, γιο του Πριάμου.
Επειδή στη Λήμνο η προφορική παράδοση είναι πολύ ζωντανή και πολλά από τα τοπωνύμια έχουν παραμείνει ακέραια για αιώνες με μικρές παραφθορές πιθανότατα τη συγκεκριμένη τοποθεσία οι Σινδόνες να κατοίκησαν ή να επέλεξαν για να ελλιμενίσουν τα πλοία τους και έτσι να διατηρήθηκε το τοπωνύμιο Σιδιόνι.
Ο Όμηρος στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας και στους στίχους 740-745 αναφέρει:
«Βραβεία στην γοργότητα τότ’έθεσε ο Πηλείδης
Καλόν κρατήρα ολάργυρο κι έξι εχωρούσε μέτρα
Και ταίρι του στην ομορφιά δεν είχε ο κόσμος όλος
Τι έμορφα τον σκάλισαν καλύτεχνοι Σιδόνες και
Φοίνικες τα πέλαγα διαβαίνοντας τον φέρουν
Και χάρισμα το Θόαντος τον δώσαν για να αράξουν»
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

ΠΕΡΙΟΧΗ Α ΚΑΜΙΝΙΩΝ



Ακρωτήρι 
Η περιοχή του ακρωτηρίου  εκτείνεται από το ξωκλήσι της  Αγίας Βαρβάρας ως τον Βρόσκοπο. Συνολικά η περιοχή του ακρωτηρίου έχει  έκταση γύρω στα 3000 στρέμματα.Το ακρωτήρι περιλαμβάνει διάφορα τοπωνύμια όπως:
Αγία Βαρβάρα
Φωκιοσπηλιά
Πατάρι
Καρφούδια
Μονή [1]
Πίσω Πλάκαρος
Πλάκαρος
Τουρλί
Σέλες
Άγιος Δημήτριος
Καυκάρα
Άγιος Χαράλαμπος
Άγιος Γιώργης (Λιμιώνας)
Λιμάνι ή  λιμιώνας [2]
Ιταλικά
Βρόσκοπος

1] Στη κορυφή του ακρωτηρίου υπάρχουν ακόμα και σήμερα ερείπια. Για να έχει διατηρηθεί το τοπωνύμιο σίγουρα τα ερείπια αυτά θα πρέπει να σχετίζονται με κάποιο μοναστήρι που υπήρχε στην περιοχή.
[2] Η θάλασσα του λιμιώνα είναι γεμάτη με αρχαίους αμφορείς. Για δεκαετίες οι νέοι του χωριού βουτούσαν και έβγαζαν αμφορείς από την θάλασσα. Λόγω όμως της πίεσης και του τρόπου που τους τραβούσαν  έβγαζαν μόνο το πάνω μέρος με τα χερούλια




Ιταλικά


Ιταλικά ονομάστηκε η περιοχή του Βρόσκοπου αμέσως μετά την ανασκαφή του 1930 από τους κατοίκους των Καμινίων. 
Με το τοπωνύμιο Ιταλικά προσδιόριζαν τον χώρο που είναι χτισμένο το σπίτι των Ιταλών αρχαιολόγων αλλά και την παραλία που βρίσκεται ακριβώς κάτω από την Πολιόχνη. 
Το οίκημα που χρησίμευε ως ξενώνας για τους Ιταλούς αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες και τις αποστολές που τους συνόδευαν, είχε σχεδιάσει ο Augusto Baccin, ένας σημαντικός Ιταλός αρχιτέκτονας.
Το 1938-1939 ο Augusto Baccin εργάστηκε για τη σχολή, έλαβε μέρος στις ανασκαφές στην Πολιόχνη και σχεδίασε τον ξενώνα της αποστολής στον Βρόσκοπο. Ο Augusto Baccin σεβάστηκε το τοπίο και το αρχικό οίκημα   έδεσε αρμονικά  με τον περιβάλλοντα χώρο.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

O κιαχαγιάς και η πραμάτεια του στη λημνιακή



Κιαχαγιάς = τσαχαγιάς=κεχαγιάς
Αφαγωσά=το ταγίνι που έπρεπε να δώσει ο κεχαγιάς στο αφεντικό και το οποίο το καταριόταν
του ραβδέλιτ =το ραβδί
του κοπάδ = το κοπάδι
αγαλιά= έλλειψη γάλατος
Έπξεν του γάλα= έπηξε το γάλα
Περσογαλιά= αφθονία γάλακτος
Τυρβόλια = καλαθάκια που έβαζαν το τυρί φτιαγμένα από βούρλα
 τσίρος =το τυρόγαλο
τέντζερη =κατσαρόλα
Μλι =έντερο του δωδεκαδάκτυλου νεαρού ζώου, αρνιού ή κατσικιού, που το χρησιμοποιούσαν για να πήζουν το γάλα αφού προηγουμένως το είχαν ξεράνει. Αντικαθιστούσε τα παλαιά χρόνια την πυτιά.
Μντι= είναι το ξύλινο εργαλείο με το οποίο ανακάτευαν το τυρόγαλο, κοινώς το τσίρο, όταν το έβραζαν για να κάνουν τον αθότυρ,
αθοτύρ=το πρώτο ανέβασμα του τυρόγαλου, το ανθότυρο
σμάνουρα = τυρόγαλο που έχει μέσα  και κομμάτια πηγμένου γάλακτος
μ’ντρα= μάντρα
φραξίδ= η πόρτα της πρόχειρης περίφραξης
μπόντ’λας ή μπόντ’λος =μικρή  πόρτα της μάντρας απ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα που πήγαιναν ένα ένα για άρμεγμα (μάντρα καλή μα ου μπόντιλας βουρ’νός)
σώμαντρο= περιφραγμένος χώρος στη μάντρα όπου συγκεντρώνονταν τα πρόβατα ώστε να οδηγηθούν για άρμεγμα
του χουραφ’=χωράφι
να ξισάσου τα ζα= να φροντίσω τα ζώα
πεκόψαν΄= απογαλάκτισαν
Προυβατούδια = πρόβατα
τ’ς αίγες= οι κατσίκες
διχορτέλα= αποκαλούσαν την κατσίκα που ήταν άσπρη κι είχε τη ράχη της μαύρη
γανάτο= το πρόβατο που δεν είναι άσπρο αλλά έχει χρώμα σταχτί
μαυρόψ= άσπρο πρόβατο το οποίο είχε μαύρο πρόσωπο
χελεδό= μαύρο πρόβατο το οποίο είχε άσπρη την κοιλιά του
μλάτο= άσπρο πρόβατο το οποίο στο πρόσωπο έχει κόκκινες βούλες
περκάτο= άσπρο πρόβατο το οποίο στο πρόσωπο έχει μαύρες βούλες
κδούνια =κουδούνια
τσαρκώνω= φυλάω τα αρνιά το απόγευμα για να μη βυζάξουν με σκοπό να  τα αρμέξω το πρωί
τα βόσκ’σεν =τα βόσκησε
χοιρόλομου ή χοιρόλαιμο ή γουρτζέλ= ο χοίρος
κουμάσι ή κ’μάσ’= κοτέτσι
ορνιθέλες =κοτοπουλάκια
ο πετ’νός ή πέτναρος = ο πετεινός, ο κόκορας 
π’λαδέλλα = κλώσσα
του σκλι= σκαλί, πέτρινο πεζούλι
του σαθύρ’= χωράφι μαντρωμένο με ξερολιθιές χαμηλού ύψους. Συνήθως στο σαθύρι υπήρχαν αμυγδαλιές.
Του ρυακούδ’=το ρυάκι
Σακάτ’ (τοπ.επίρ.) =προς τα κάτω
Σαπάν’(τοπ.επίρ.)=προς τα πάνω
Πανεδιώ(τοπ.επίρ)=εδώ πάνω
Παεινά(τοπ.επίρ)=εκεί πάνω
Ντέε= `πρόσταγμα γαιδάρου να κινηθεί
Ψώωω= πρόσταγμα γαιδάρου να σταματήσει
Ωωω χά= πρόσταγμα στις αγελάδες να σταματήσουν
Αθ’μάρι=θυμάρι

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Μύλος Καμίνια


Μύλος ονομάζεται μια συνοικία στα Καμίνια.
Στη κορυφή του υψώματος, ακριβώς δίπλα στο σημερινό ξωκλήσι της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, ο Σαράντης Παστρής γύρω στα 1915 είχε φτιάξει ένα ανεμόμυλο.
Ο μύλος καταστράφηκε το 1941-1945 από τους Γερμανούς οι οποίοι τον κατεδάφισαν για να πάρουν τις πέτρες και να τις χρησιμοποιήσουν στα οχυρωματικά τους έργα. 
Χαρακτηριστική  ήταν η  φράση «κθάρ΄,στάρ΄πά’ στου Μύλου» για την λειτουργία του Μύλου αλλά και «Πας το Μύλο, πας το βνάρ’ που το σφάξαν το πετνάρ’» ή στην παραλλαγή του  «Πας το Μύλο ,πας το βνάρ’ θα του φαμ’ το πετ’νάρ». Υπήρχε και δεύτερος μύλος από την άλλη πλευρά του υψώματος  που έβλεπε προς το Ακρωτήρι.
Οι κάτοικοι της περιοχής του Μύλου ονομάζονταν Μυλίτες.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

Αγκώνας Καμίνια


Στην περιοχή Αγκώνα υπάρχει κρήνη φτιαγμένη από κόκκινη πέτρα από το όρος Παραδείσι.
Πάνω στη κρήνη είναι χαραγμένο το έτος 1954.
Σιμά στη βρύση μέσα σε μια ρεματιά γεμάτη βάτα υπάρχει το ξωκλήσι του Αγίου Αλεξάνδρου.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

Φονιάς Καμίνια


Τοπωνύμιο της εξοχής των Καμινίων.Παράξενη και άγρια περιοχή. Λέγεται ότι ονομάστηκε έτσι από τον δολοφόνο, το φονιά. Κάποτε κατά τον 18 αιώνα γινόταν ένας γάμος στην Αγιά Σοφιά. Ήταν Κυριακή και οι κάτοικοι από τα Καμίνια και τα γύρω χωριά είχαν πάει στον γάμο για να τιμήσουν τους νεόνυμφους και να γλεντήσουν. Τα μέτρα  ασφαλείας για τους πειρατές είχαν ατονήσει. Τότε εμφανίζονται κάποια πλοία, οι κάτοικοι αρχικά τρομάζουν όταν όμως καταλαβαίνουν ότι είναι Έλληνες τους καλούν στο γλέντι του γάμου. Κανείς δεν δίνει σημασία σε αυτό που ψελλίζει ένας από τους επισκέπτες. "Γλεντήστε, χορέψτε χωριανοί, μα τ'άλλο πρωί, ούτε πετ'νός δε θα λαλεί". Τα ξημερώματα όμως οι επισκέπτες αλλάζουν πρόσωπο και γίνονται οι χειρότεροι πειρατές που γνώρισε το νησί εκείνα τα χρόνια. Αρπάζουν τα χρυσαφικά, τις σοδειές, τα ζώα και λεηλατούν τα χωριά. Δεν αρκέστηκαν όμως μόνο σε αυτά. Προχωρούν και σε μεγαλύτερη βιαιότητα, αρπάζουν  τη νύφη και ένας από αυτούς την οδηγεί στην τοποθεσία των Καμινίων που σήμερα ονομάζεται Φονιάς και σκοτώνει την δύσμοιρη νύφη. Μια άλλη παραλλαγή της ιστορίας αναφέρει ότι ο γάμος γινόταν στα Καμίνια και ο πρώην αγαπημένος της νύφης πήγε στην πλατεία των Καμινίων σταμάτησε το γλέντι άρπαξε τη νύφη, την οδήγησε στη συγκεκριμένη τοποθεσία κι αφού τη σκότωσε,  αυτοκτόνησε. Κάτοικοι  αναφέρουν πως συχνά βλέπουν στην περιοχή μια κοπέλα ντυμένη νύφη να τριγυρνά ιδίως τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Εσώκαστρο ή Σώκαστρο Καμίνια


Το εσωτερικό μέρος ενός κάστρου. Προφανώς στην τοποθεσία υπήρχε ένα είδος φυλακίου (μικρού κάστρου-πύργου).
Η τοποθεσία είναι ιδανική γιατί από εκεί ελέγχεται με τον καλύτερο τρόπο η θάλασσα Ξεσπάσματα και Μόλος καθώς και ο Βρόσκοπος.
Στην κορυφή του λοφίσκου υπάρχουν τέσσερις μεγάλοι πέτρινοι τάφοι, σκαμμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο. 
Οι κάτοικοι τους ονομάζουν Γούρνες και εκεί πότιζαν τα ζώα τους.
Οι τάφοι αυτοί πρέπει να ήταν πολύ σημαντικών ανθρώπων για αυτό και επιλέχτηκε η περίοπτη αυτή θέση γα να κατασκευαστούν.
Ο Bernabo Brea χαρακτηρίζει την περιοχή ως χώρο κλασικών αρχαιοτήτων και δεν τους συνέδεσε με την Πολιόχνη.
Η κατασκευή όμως των πέτρινων τάφων μπορεί να συνδεθεί με την μεγάλη τεχνογνωσία των κατοίκων της Πολιόχνης στην κατασκευή πέτρινων γουρνών. 
Στην Πολιόχνη βρέθηκε ένας τεράστιος αριθμός από γούρνες που φανερώνει ότι οι κάτοικοι  κατασκεύαζαν  αυτά τα αντικείμενα με την επεξεργασία τοπικής πέτρας και πολύ πιθανόν να τα εμπορευόντουσαν και εκτός του νησιού.
Επομένως για τους ανθρώπους αυτούς η επεξεργασία και η κατασκευή πέτρινων τάφων άνηκε στην τεχνογνωσία τους.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Πασχαλινά Έθιμα της Λήμνου


Βαγιοβδομάδα
Σάββατο του Λαζάρου: O Λάζαρος μετά την Ανάσταση του δεν γέλασε ποτέ ξανά στη ζωή του. 
Μια φορά χαμογέλασε και αυτό ήταν όταν είδε έναν άνθρωπο να κλέβει ένα κεραμικό. Τότε είπε: «Το χώμα κλέβει το χώμα.»
Η ημέρα της γιορτής είναι πολύ σημαντική και o Άγιος Λάζαρος πολύ θαυματουργός.
Στη Λήμνο  συνήθιζαν «την Παρασκευή θα κόψουν τα σύκα κομμάτια μικρά και το Σάββατο θα ζυμώσνε με τη μαγιά. Θα κόψουν ένα κομμάτι ίσαμε μισή οκά, θα διπλώσουν μέσα σύκα και θα κάνουν τρίγωνο. Θα το ζώσουν με κομμάτ’ ζμαρούδ’ όπως γίνεται η φασκιά και τα λεν Λαζάρ’. Δίνουν στις φτωχές και για σχώριο». ( Γ.Μέγας,1945)[1]
Αυτά τα νηστήσιμα τριγωνάκια με τη γέμιση σύκου τα μοίραζαν για να συγχωρήσουν τις ψυχές των προσφιλών τους κεκοιμημένων.
Έφτιαχναν επίσης και τα λαζαρούδια. 
Ζυμωτά  ανθρωπάκια με μάτια φτιαγμένα από σταφύδες ή από γαρύφαλλα. Τα λαζαρούδια είχαν σταυρωμένα τα χέρια τους και προμήνυαν τη σταύρωση του Ιησού που  θα ακολουθούσε.
Κυριακή των Βαίων  
«  Βάγια ,βάγια, τω Βαγιώ τρώνε  ψάρ’ κι  κολιό
Και τ’ν άλλη  Κυριακή τρών το κόκκινο τ’ αυγό».
Την Κυριακή των Βαΐων συνήθιζαν να εκκλησιάζονται το πρωί στην εκκλησιά, να παίρνουν βάγια από το παπά, να χτυπούν χαϊδευτικά με τα βάγια ο ένας τον άλλο για το καλό και να επιστρέφουν με τα βάγια στο σπιτικό τους. 
Τα βάγια τα έβαζαν στο εικονοστάσι για να συντροφεύουν τους Αγίους. Την ημέρα αυτή συνήθιζαν να καταλύουν ψάρι για να ενδυναμώσουν εν όψη της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το βράδυ πήγαιναν στην ακολουθία του Νυμφίου.
Μεγάλη  Εβδομάδα ή Λαμπριγιά
Μεγάλη Δευτέρα ή Μεγαλοδευτέρα:Καθάριζαν και συγύριζαν  τα σπίτια. Έστρωναν τα γιορτινά τραπεζομάντιλα κι άσπριζαν τις αυλές.
 « Τη Λαμπριγιά επειδή ο Χριστός είναι σταυρωμένος,θα ξεκάμουν το λάκκο (τ’αργαλειά), τον ξεβιδώνουν» (Γ.Μέγας ,1945)
Μεγάλη Τετάρτη: Κατά τις τέσσερις το απόγευμα πήγαιναν όλοι νέοι, γέροι παιδιά στο Μεγάλο Ευχέλαιο και έδιναν και τα ονόματα τους να τα διαβάσει ο ιερέας υπέρ υγείας των μελών της οικογένειας.
Στο τέλος μετά την ανάγνωση των επτά ευαγγελίων ο ιερέας τους σταύρωνε στο πρόσωπο και τα χέρια με το αγιασμένο έλαιο.
Συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εκκλησία ένα μπουκάλι λάδι και ένα πιάτο με αλεύρι το οποίο φεύγοντας το έπαιρναν μαζί τους και με αυτό έφτιαχναν συνήθως ένα γλυκό για να το φάνε τα μέλη της οικογένειας και να είναι γεροί κι ευλογημένοι ή με το ευλογημένο αλεύρι ανανέωναν το προζύμι τους.
Μεγάλη Πέμπτη: Πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και κοινωνούσαν. Είχε προηγηθεί τριήμερη νηστεία. 
Αυτές τις ημέρες έτρωγαν μόνο κρασοβρόχι, δηλαδή ψωμί βουτηγμένο στο κρασί.
Το ύψωμα που τους έδινε ο ιερέας το φύλαγαν όλο το χρόνο. 
Όταν  έφτιαχναν φυλαχτά  για τα παιδιά έβαζαν μέσα κι ένα ψίχουλο από το ύψωμα της Μεγάλης Πέμπτης.
Όταν επέστρεφαν στο σπίτι έβαφαν τα κόκκινα αυγά. Μάζευαν διάφορα αγριολούλουδα και  τα φυλλαράκια από τα λουλούδια τα έδεναν με κομμάτι τούλι  και τα έβαφαν βράζοντας τα.
Όταν τα αυγά ήταν έτοιμα έλυναν το τούλι και πάνω στα κόκκινα αυγά εμφανίζονταν  άσπρα τα σχήματα των λουλουδιών..
Τα αυγά τα γυάλιζαν για να είναι πιο φωτεινά με ένα πανί βουτηγμένο στο λάδι. Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι.
« Ενα κόκκινο αυγό βάζουν στο εικονοστάσι. Άμα είναι τριώ χρονώ αυγό στο εικονοστάσ’, γίνεται κρατ’τήρα, δηλ. μια πέτρα που άμα τη βάλης απάν’ σε έγκυα γυναίκα, είτε ζώο έγκυο, έχουν την ιδέα ότι κρατεί,(δεν αποβάλλει).Τα κορίτσια βάζουν  στ’ αυγά και φτερά από χαρτί χρωματιστό, βάζουν ουρά, μύτη με ζ’μάρ’ σαν πουλί και τα κρεμνούν απ’ τη σκεπή. Σαν μπλούδια ήταν, για να πετάξ’ν»(Γ.Μέγας,1945)
Συνήθιζαν την Μεγάλη Πέμπτη  να «τοποθετούν λίγο χρώμα (ενν.βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ημέρες».
Την Μεγάλη Πέμπτη εκτός από το βάψιμο των αυγών ζύμωναν και έπλαθαν  τα κουλούρια και τις κουλούρες σε διάφορα σχήματα.
Συνηθισμένη μορφή το πλέξιμο του ζυμαριού σε κοτσίδα .Έπειτα περίμεναν τη σειρά τους για να πάνε στο φούρνο να τα ψήσουν. 
Μια κουλούρα με ένα κόκκινο αυγό την έφτιαχναν για το σπίτι, για το καλό και τη στόλιζαν. 
Την ξεστόλιζαν την πρωτομαγιά αφού είχαν στολίσει την εξώπορτα με το μαγιάτικο στεφάνι.
Την εσπέρα πήγαιναν στο ναό για να ακούσουν τα 12 ευαγγέλια. Κρατούσαν και μια κλωστή και στο τέλος κάθε ευαγγελίου έκαναν μια ευχή και έδεναν κι ένα κόμπο. Λέγεται πως αυτές οι ευχές πραγματοποιούνταν μέσα στο έτος.
 «Στο τρισκέλι ,που ακουμπάει ο παπάς το Βαγγέλιο, δένανε ένα σπάγγο κ’ εκεί κρεμνούσαν τα τσεμπέρια των παιδιών, για να έχουν τη φύλαξη. Στα δώδεκα Βαγγέλια φέρνουν μπουκάλια γεμάτα νερό ,τα βάζουν στο Βαγγέλιο ποκάτ’ κι άμα τελειώσουν, τα παίρν’ ο παπάς μέσα στο ιερό, ποκάτ’ απ’ την Άγια Τράπεζα, και τα παίρνουν μόνε τη Λαμπρή, στην Αγάπ’. Άμα είναι κανείς άρρωστος, θα πλυθή μ’ αυτό το νερό και τον σαραντίζουν, δηλ τον ραντίζουν 40 φορές μ’ σαν κλωνί βασιλικό. Και ζώο άμα έχ’ άρρωστο, κι αυτό το σαραντίζ’»(Γ.Μέγας,1945)
Το βράδυ μετά το τέλος της λειτουργίας των 12 ευαγγελίων παρέμεναν στο ναό και με αγριολούλουδα έφτιαχναν τον επιτάφιο και ξενυχτούσαν στην εκκλησιά για να συντροφεύσουν και να φυλάξουν τον Κύριο.
Μεγάλη Παρασκευή
«Σήμερον μαύρος ουρανός,
 σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερα κόσμος θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα,….»
Οι άνδρες είχαν πάει νωρίς το πρωί στη μάντρα και είχαν διαλέξει το αρνί που θα έσφαζαν για το γεύμα του Πάσχα. 
Το έσφαζαν και το κρεμούσαν να στραγγίσει. Νηστεία. Τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθιζαν να μην στρώνουν τραπέζι.
Έπιναν λίγο ξύδι για να συμπαρασταθούν στα πάθη του Ιησού. Στις 11 το πρωί πήγαιναν στο ναό για την αποκαθήλωση.
Την εσπέρα πήγαιναν στην περιφορά του Επιταφίου. Ξέκλεβαν και έπαιρναν στο τέλος της περιφοράς λουλούδια από τον επιτάφιο.
Τα λουλούδια από τον επιτάφιο( χριστολούλουδα ή σταυρολούλουδα) τα ξέραιναν και τα χρησιμοποιούσαν κάθε φορά που  λιβάνιζαν για να ευλογήσουν το σπιτικό τους. 
Ενώ το κερί που ήταν στο σταυρό το φύλαγαν και όταν μπουμπούνιζε και άστραφτε το άναβαν για να σταματήσουν οι αστραπές.
Μεγάλο Σάββατο
Πήγαιναν το πρωί στην πρώτη Ανάσταση. 
Όταν έβγαινε ο ιερέας εκφωνώντας το « Ανάστα ο Κύριος» έριχνε δαφνόφυλλα και άνθη οι πιστοί μάζευαν τα άνθη και τα δαφνόφυλλα και τα έπαιρναν στο σπίτι τους για ευλογία. 
Το  Μέγα Σάββατο επισκεπτόταν τα μνήματα και άναβαν τα κανδήλια και τα θυμιάτιζαν. 
Το βράδυ συνήθως ήταν εσπέρα τα παλαιότερα χρόνια πήγαιναν στη εκκλησία για να ακούσουν το «Δεύτε λάβετε φως» και το «Χριστός Ανέστη».
Στο άκουσμα του Χριστός Ανέστη ακολουθούσαν  κωδωνοκρουσίες και αυτοσχέδια πυροτεχνήματα.
Οι πιστοί χαιρετούσαν και φιλούσε  ο ένας στον άλλο λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και «Αληθώς Ανέστη».
Η μέρα της Αναστάσεως ήταν η κατάλληλη για να συμφιλιωθούν όσοι ήταν μαλωμένοι και δεν μιλιόντουσαν. 
Όταν επέστρεφαν στο σπιτικό τους σταύρωναν τη πόρτα με το κερί της Αναστάσεως. 
Άναβαν το καντήλι με το αναστάσιμο φως και πρόσεχαν να το κρατήσουν αναμμένο 40 ημέρες. 
Το κερί της Αναστάσεως το φυλάγανε στα εικονίσματα και κάθε φορά που κάποιος ήταν άρρωστος το άναβαν για να γιάνει.
Κυριακή του Πάσχα ή Λαμπρή
Από νωρίς πήγαιναν στο φούρνο για να ετοιμάσουν το φούρνο και να βάλουν τα ταψιά με τα αρνιά.
Συνήθιζαν το αρνί να το ψήνουν στο φούρνο έχοντας το τοποθετήσει πάνω σε κληματόβεργες και το έκαναν γεμιστό με σταφίδες, ρύζι, μάραθο, φρέσκα κρεμμυδάκια, αλατοπίπερο ,λάδι και άλλα μυρωδικά. 
Στο Κάσπακα συνήθιζαν να βάζουν στο αρνί και τυρί από πάνω για αυτό και ονομάζεται κασπακ’νό αρνί. Προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μελλούμενα για την οικογένεια τους στην  ωμοπλάτη  του αρνιού.
Το Πάσχα το γιόρταζε όλη η οικογένεια μαζί με χορούς και τραγούδια. Το απόγευμα  τα μικρά παιδιά τα πήγαιναν στη εκκλησία για τη γιορτή της Αγάπης.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη
.

[1] Γ. Μέγας, Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας ,Επετηρίς του Λαογραφικού  Αρχείου, τόμος Ε, 1945-1949. Αθήνα 1950

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Η Παναγιά της Τρύγης


Το μετόχι  της Τρύγης βρίσκεται στην εξοχή, πλησίον του χωριού Προπούλι.
Άνηκε στην Αγιορείτικη Μονή της  Σίμωνος Πέτρας πριν από το έτος 1364, όταν ακόμα  η μονή της Σιμωνόπετρας ονομαζόταν «Νέα Βηθλεέμ» και το μετόχι της στη Λήμνο, ήταν ένα μεγάλο μοναστήρι, αφιερωμένο στην Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή[1].
Το μοναστήρι άκμασε για αιώνες έως το 1941  που οι Γερμανοί το γκρέμισαν και από το ναό της Αγίας Μαγδαληνής  πήραν τα ξύλα και τις πέτρες με σκοπό  να κατασκευάσουν  διάφορα καταλύματα για τις ανάγκες τους.
Κάτοικος από το χωριό Πουρπούλι όμως κατάφερε και πήρε την εικόνα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής πριν γκρεμιστεί ο ναός και τη μετέφερε στο ναΐσκο της Θεοτόκου.
Ο σημερινός ναός της Παναγιάς της Τρύγης είναι ένα μικρό ξωκλήσι το οποίο «ΑΝΗΓΕΡΘΗ Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  ΠΑΡΑ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΑΠΙΟΥ ΤΟΥ ΑΞΙΟΤΙ  ΕΝΕΤΕΙ 1706 ΙΟΥΛΙΟΥ»   ανακαινίστηκε πολλές φορές και ήταν αφιερωμένο στη Θεοτόκο, στην Κοίμηση της.
Στη γύρω από το ξωκλήσι περιοχή, σε απόσταση περίπου 300 μέτρων, υπάρχουν ερείπια από το παλαιό μοναστήρι καθώς και πηγάδι με αγίασμα.
Στο εσωτερικό του ναού της Παναγιάς μέχρι το 1990 υπήρχαν λατρευτικές εικόνες σπάνιας αισθητικής.
Σπουδαιότερες η θαυματουργική εικόνα της Θεοτόκου και η εικόνα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής  με τον Όσιο Σίμωνα τον Mυροβλύτη, τον κτήτορα της Μονής Σίμωνος Πέτρας.
Οι εικόνες καθώς και άλλα λειτουργικά σκεύη στις αρχές του 1990 απομακρύνθηκαν για λόγους ασφάλειας από το ναΐσκο και βρίσκονται στον κεντρικό ναό του Προπουλίου που οικοδομήθηκε για το σκοπό αυτό.
Ταυτόχρονα άρχισε πολυετής δικαστικός αγώνας με τη μονή Σίμωνος Πέτρας η οποία και διεκδικεί τα ιερά κειμήλια.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη




[1] Στη Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας  υπάρχει  το αριστερό χέρι της Αγ. Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής.
Το χέρι της Αγίας είναι άφθαρτο, με το δέρμα και τους τένοντες και ευωδιάζει. Όσοι το ασπάζονται , διαπιστώνουν ότι έχει θερμοκρασία ζώντος ανθρώπου. Η Αγία Μαρία, θεωρείται και τιμάται από τους μοναχούς της Μονής σαν δεύτερη Κτητόρισσα της Μονής.

Οι Οθωμανοί κι η Λήμνος



Στα βυζαντινά χρόνια η Λήμνος αποτελεί αυτοκρατορική κτήση, προέκταση  της Βασιλεύουσας και θα μείνει στο πλευρό της μέχρι την άλωση.
Οι Τούρκοι θα την καταλάβουν 26 χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, αλλά δεν θα αναμειχτούν ποτέ με τον λημνιακό πληθυσμό.
Στα 430 χρόνια τουρκικού ζυγού οι Λήμνιοι ποτέ δεν άφησαν τους Τούρκους να μείνουν μέσα στα χωριά τους.
Έβαζαν τους Αγίους τους να τους διώχνουν μακριά.
Σε κάθε σχεδόν λημνιακό χωριό υπάρχει μια παράδοση που αναφέρεται στο γεγονός της μη κατοίκησης των Τούρκων στα χωριά τους..
Οι Τούρκοι την ημέρα είχαν δοσοληψίες με τους Λημνιούς, μα σαν νύχτωνε κανείς τους δεν διακινδύνευε διανυκτέρευση σε ελληνικό χωριό, αλλά ούτε  στην ύπαιθρο του νησιού. 
Άλλοτε η Παναγία  με φωτιές που περιζώνανε την εκκλησία της στα Καμίνια, άλλοτε ο Αϊ Γιώργης στη Καλλιόπη, ο Άγιος Θωμάς στην ύπαιθρο δεν το επέτρεψαν ποτέ στους Τούρκους.
“Μέσα στα εβδομήτνα πέντε χωριά του νησιού, δεν υπάρχουν παρά δύο-τρία μόνον όπου οι κάτοικοι δε μιλούν ελληνικά και δεν είναι Χριστιανοί”.[1]
Θα οικήσουν ένα - δύο μόνο χωριά όπως το χωριό Λέρα, τον Ανυπάτη ή Αϋπάτη ή Άγιο Υπάτιο[2] και το Βάρος και εκεί θα ζήσουν απομονωμένοι από το ελληνικό στοιχείο. Κατά τη περίοδο της τουρκοκρατίας το νησί το διοικούσαν ο Βοεβόδας (γενικός διοικητής) και  ο Καδής(ο δικαστής).
Όταν ο Belon επισκέφτηκε τη Λήμνο και θέλησε να πάρει άδεια από τις τουρκικές αρχές για να επισκεφτεί το χώρο όπου γινόταν η εξόρυξη της λημνίας γης επισκέφτηκε το Βοεβόδα και το βρήκε  στο Λιβαδοχώρι.
Εκεί ο Βοεβόδας τον τίμησε κάνοντας του το τραπέζι παρουσία Ελλήνων προκρίτων.[3] 
Μειονότητα στην πραγματικότητα οι Τούρκοι θα εγκαταλείψουν το νησί, το 1923 ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάννης. 
Χίλιοι εξακόσιοι τριάντα έξι (1636)Τούρκοι με την ανταλλαγή των πληθυσμών θα αναγκαστούν να την εγκαταλείψουν και θα έρθουν στο νησί τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι δύο(4502) πρόσφυγες από την Μ.Ασία και την Προποντίδα.
Το τουρκοχώρι  Λέρα θα οικιστεί από πρόσφυγες από την περιοχή Ρειστέρι της Μ.Ασίας  κι αμέσως μετά θα μετονομαστεί σε Άγιο Δημήτρη. 
Ευαγγελία Χ.Λιάπη




1] Pierre Belon, Les observations du plusieurs singularités et choses mémorables trouvées en Gréce, Asie, Judée, Égypte, Arabie et autres pays etrangers, rédigées en trois livres, (Παρίσι 1553), κεφ. 25: μετάφραση Τουρπτσόγλου-Στεφανίδου, Β., Ταξιδιωτικά και Γεωγραφικά Κείμενα για τη Νήσο Λήμνο (15ος-20ος αιώνας), (Θεσσαλονίκη 1986).
[2] Στον Αϋπάτη υπήρχε τζαμί και λειτουργούσε τουρκικό σχολείο.
[3] Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Βοεβόδας ζήτησε από το Belon δυο δουκάτα για να του επιτρέψει να επισκεφτεί το χώρο.
Όταν ο Belon αντέδρασε και του έδειξε την επιστολή που είχε πάρει για το σκοπό αυτό από την Υψηλή Πύλη με τη μεσολάβηση του Γάλλου Πρέσβη ο Βοεβόδας ήταν ανένδοτος και τον απείλησε ότι αν δεν συμμορφωνόταν θα έπρεπε να εγκαταλείψει το νησί. 
Έτσι αναγκάστηκε να πληρώσει τα δυο δουκάτα.